Πέθανε σήμερα (16/2) σε ηλικία 99 ετών (τον ερχόμενο Αύγουστο θα έκλεινε 100) η διεθνώς καταξιωμένη ιστορικός και καθηγήτρια Πανεπιστημίου, Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Ήταν η πρώτη γυναίκα πρύτανης στη Σορβόνη, με πλούσιο συγγραφικό έργο για το Βυζάντιο, βραβεύσεις, αλλά και ενεργή παρουσία και παρεμβάσεις ως το τέλος της ζωής της. Στην Γαλλία είχε βραβευτεί, μεταξύ άλλων, με τον Μεγαλόσταυρο του Εθνικού Τάγματος της Τιμής, ενώ βραβεύσεις είχε και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Τους τελευταίους μήνες, η διακεκριμένη ιστορικός διέμενε σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, όπου δεχόταν τις επισκέψεις ενός πολύ στενού κύκλου φίλων και συνεργατών.
Η πρωτοπόρος οικουμενική Ελληνίδα με τη μυθιστορηματική ζωή, που έζησε την Κατοχή, την Αντίσταση, τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, που γνώρισε τον Πικάσο, τον Αραγκόν, τον Μπρετόν, τη Σιμόν ντε Μποβουάρ, συναναστράφηκε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Μάνο Χατζιδάκι -ο οποίος είχε γράψει για κείνη το τραγούδι «Για την Ελένη»-, τον Φρανσουά Μιτεράν, υπήρξε εξέχουσα ακαδημαϊκή προσωπικότητα της Ευρώπης και δημόσιο πρόσωπο της Γαλλίας όσο και της Ελλάδας.
Η γυναίκα που μοίρασε τη ζωή της μεταξύ Αθήνας και Παρισιού, εξού και όταν την ρωτούσαν εάν είναι περισσότερο Ελληνίδα ή Γαλλίδα, απαντούσε «Είμαι Αθηναία και Παριζιάνα», γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1926 στη γειτονιά του Βύρωνα, «Σ’ ένα σπίτι προσφυγικό, αλλά παρέα με την Ακρόπολη».
Πατέρας της ήταν ο Νικόλαος Γλύκατζης, έμπορος, και επιστάτης των κτημάτων της οικογενείας της μητέρας της, Καλλιρόης, το γένος Ψαλτίδη, η οποία προερχόταν από εύπορη οικογένεια της Προύσας. «Κρατώ μέχρι τώρα το κλειδί του σπιτικού των γονιών που το έφεραν μαζί τους όντας σίγουροι ότι γρήγορα θα γύριζαν πάλι στην Πατρίδα», έγραφε στο βιβλίο «Μικρασία, καρδιά του Ελληνισμού» (εκδόσεις Gutenberg, 2021).
Αποφοίτησε από το Δ΄ Γυμνάσιο Αθηνών και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας). Στην Κατοχή εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, ωστόσο, όπως είχε η ίδια αποκαλύψει, υπήρξε για μία περίοδο γραμματέας της βασίλισσας Φρειδερίκης, καθώς γνώριζε την αγγλική και γαλλική γλώσσα. Το 1953 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου συνέχισε τις σπουδές της στην École des Hautes Études στη Γαλλία. Αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Ιστορίας (1960) και Docteur des Lettres το έτος 1966.
Ερευνήτρια του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας (1955 κ.εξ.) και Διευθύντρια Ερευνών από το 1964, εξελέγη καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης (1967) –ήταν άλλωστε η ιστορικός η οποία φώτισε με το ερευνητικό έργο της και εν πολλοίς, «αποκατέστησε» ιστορικά την περίοδο του Βυζαντίου.

Διετέλεσε διευθύντρια του Τμήματος Ιστορίας και Πρόεδρος της Επιτροπής Έρευνας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (1969-70), επισκέπτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Harvard (19731974), Αντιπρόεδρος (1970-1973) και Πρόεδρος του Πανεπιστημίου Paris I (1976-1981, Επίτιμη Πρόεδρος από το 1981), Πρύτανης της Ακαδημίας και Καγκελάριος των Πανεπιστημίων των Παρισίων (1982-1989), Αντιπρόεδρος (1976-1989) και εν συνεχεία Πρόεδρος του Ιδρύματος Georges Pompidou (1989-1991), Πρόεδρος του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης (Γαλλία), Αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Danielle Mitterrand, Εμπειρογνώμων για κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στην UNESCO, Πρόεδρος και εν συνεχεία Επίτιμη Πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Ευρώπης, Επίτιμη Πρόεδρος της Διεθνούς Ενώσεως Βυζαντινών Σπουδών (1975 κ.εξ.), Γενική Γραμματέας της Διεθνούς Ενώσεως Ιστορικών Επιστημών (1980-1990), Πρόεδρος και εν συνεχεία Επίτιμη Πρόεδρος της Παγκόσμιας Κίνησης Επιστημονικής Ευθύνης (MURS), Πρόεδρος του Εθνικού Θεάτρου (1999-2012), Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών (1993-2022) και του Διεθνούς Ιδρύματος Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της Βρετανικής Ακαδημίας, της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου, της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου και της Βουλγαρίας. Επίτιμη διδάκτωρ πλειάδας πανεπιστημίων (Λονδίνου, Harvard, Βελιγραδίου, Νέας Υόρκης, Νιου Μπρούνσβικ, Λίμας, Χάιφας, Παντείου Πανεπιστημίου, Ελληνικού Kαποδιστριακού Πανεπιστημίου Aθηνών, Αμερικανικού Πανεπιστημίου του Παρισιού, Φριμπούρ, Θεσσαλονίκης και Κρήτης).
«Ουδέποτε στέλνω γραμματείς ή βοηθούς μου σε ανώτερο. Πάντα, εγώ μπροστά, και “το πρόσωπο σπαθί”, όπως μου έλεγε ο πατέρας μου», είχε εξομολογηθεί στην Άννα Γριμάνη, η οποία υπέγραψε τη βιογραφία της με τίτλο «Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. 600 μολύβια και 10 ποιήματα» (εκδόσεις Γκοβόστη, 2021), αναφερόμενη στην εποχή που έγινε πρύτανης της Ακαδημίας και της καγκελαρίας όλων των πανεπιστημίων του Παρισιού.
Είχε παρασημοφορηθεί με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικος της Ελληνικής Δημοκρατίας, τον Ταξιάρχη της Λεγεώνος της Τιμής, τον Μεγαλόσταυρο του Εθνικού Τάγματος Αξίας, τον Ταξιάρχη Γραμμάτων και Τεχνών και ήταν Ανώτερη αξιωματούχος πολυάριθμων ταγμάτων (Γερμανίας, Λουξεμβούργου, Ισλανδίας, Αυστρίας, Μεξικού, Ιταλίας, Πορτογαλίας).

Η Ελένη Γλύκατζη ήταν παντρεμένη με τον Jacques Ahrweiler, αξιωματικό του γαλλικού στρατού και γόνο μεγαλοαστικής παρισινής οικογένειας, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, την Μαρί Ελέν. Φίλος μεταξύ άλλων με τον Λουί Αραγκόν και τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Ζακ Αρβελέρ ήταν, όπως έλεγε η ίδια για τον σύζυγο της, «Το θεμέλιο μου». Η απώλεια του, το 2010, έφερε, όπως είχε εξομολογηθεί, «ένα τεράστιο κενό και αφόρητη μοναξιά».
Το τελευταίο βιβλίο: «Από μένα αυτά…»
Το 2023 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Από μένα αυτά» (εκδόσεις Πατάκη), στο οποίο καταγράφονται οι συνομιλίες της με τον Μάκη Προβατά και την Έφη Βασιλοπούλου μεταξύ Νοεμβρίου 2021 και Αυγούστου 2022, στους Δελφούς. Στο σημαντικό αυτό ντοκουμέντο, που εκκινεί με τη φράση της «Με τα μάτια στον ουρανό και τα πόδια στη γη κυνήγα αδιάκοπα το όνειρο σου», η διεθνής Ελληνίδα μιλά μεταξύ άλλων, για τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, για τους γονείς της, την Κατοχή και την Αντίσταση, για τη ζωή της στη Γαλλία, για τη μητρότητα και τον ρόλο της ως γιαγιάς. Όπως επίσης, για την «ελληνική συνέχεια», την αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο, για τη νεότερη ελληνική ιστορία, ενώ καταθέτει τις απόψεις της για το κατά πόσον βελτιώνει η εκπαίδευση τον άνθρωπο, για τους νέους την εποχή του διαδικτύου και τον σχολικό εκφοβισμό, το τι είναι όντως αυτονόητο στη ζωή· για την έννοια της μνήμης, της λήθης και της αλήθειας· για τον έρωτα και τον ευτυχισμένο γάμο, την προδοσία και την απώλεια· για το εφικτό ή όχι της αυτογνωσίας και τον γρίφο που λέγεται «ψυχή»· για την ανθρωπιά ως μέγιστη αρετή και την τέχνη ως ζωντανό οργανισμό, για τους ποιητές που θαυμάζει.

Από την έκδοση -την οποία αξίζει να επισκεφθούμε ξανά- που συμπληρώνεται από παράρτημα με 14 δημοσιευμένα και αδημοσίευτα ποιήματά της, σταχυολογήσαμε τα παρακάτω αποσπάσματα:
Η θνητότητα
«… Αν το σκεφτόμασταν αυτό, ο κόσμος θα ήταν καλύτερος. Ο Πλάτωνας στο Περί Ψυχής έχει έναν διάλογο μεταξύ Σωκράτη και Σιμμία. Ο Σωκράτης τού λέει ότι «οι αληθινοί φιλόσοφοι στην πραγματικότητα προετοιμάζονται να πεθάνουν και ο θάνατος ελάχιστα τους φοβίζει συγκριτικά προς τους άλλους ανθρώπους». Η μελέτη θανάτου είναι το μεγαλύτερο δείγμα ζωής ανθρώπου σκεπτόμενου. Οπότε, γνωρίζοντας οι άνθρωποι ότι δεν είναι αιώνιοι, θα μπορούσαν τον λίγο χρόνο που έχουν, μπρος στην αιωνιότητα, να τον διαχειριστούν ουσιαστικά και όχι βιαστικά και επιπόλαια. Νομίζω ότι η βιασύνη, το «όλα εδώ και τώρα», είναι μεγάλο ελάττωμα ως στάση ζωής. Είναι όμως αναμενόμενο να το έχουν οι νέοι».
Το μέλλον της ανθρωπότητας – «Όλοι είμαστε ένα, χωρίς σύνορα»
«Δεν υπάρχει εμπειρογνώμονας του μέλλοντος. Πρέπει να πω ότι ζούμε όλοι την ίδια εικονική εμπειρία, ζούμε αυτό που ονομάζω «το μέλλον-παρόν». Επομένως ποιο είναι το παρόν του μέλλοντος; Ασφαλώς η ψηφιακή πραγματικότητα, που χάρη σ’ αυτήν ζούμε σε έναν κόσμο εικονικό, «εξ αποστάσεως» θα έλεγα, και το «εμείς» έχει γίνει «εγώ». Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει η παγκοσμιοποίηση, από την οποία έχουμε διδαχθεί ότι κανείς δεν είναι νησίδα. Όλοι είμαστε ένα, χωρίς σύνορα, και με την αγωνία για το καλύτερο».

«Το σημαντικό για μένα είναι η συμβίωση»
«Είναι άλλο η μοναχικότητα και άλλο η μοναξιά. Προσωπικά, μου αρέσει η μοναχικότητα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, το σημαντικό για μένα είναι η συμβίωση. Αυτή είναι το ανθρώπινο, αυτή ταιριάζει στον άνθρωπο, αυτή είναι που έκανε τον Έλληνα να μιλάει για «συνάνθρωπο», μια λέξη αμετάφραστη. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να είναι στη ζωή όπως ο Ροβινσώνας Κρούσος».
«Άκου, Ελένη, εσύ και εγώ θα είμαστε οι άντρες της χρονιάς!»
«Υπήρξα στενή φίλη με τη Σιμόν Βέιλ, τη διάσημη φιλόσοφο, ακτιβίστρια και πρώτη γυναίκα Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από το 1979 έως το 1982. Σε κάποια από τις συναντήσεις μας, μου είπε: «Άκου, Ελένη, εσύ και εγώ θα είμαστε οι άντρες της χρονιάς!», καταδεικνύοντας πόσο δύσκολο ήταν για μια γυναίκα να ανέλθει σε πανεπιστημιακά αξιώματα την εποχή εκείνη. Πόσο πολύ πιο δύσκολο μάλιστα, εάν ήσουν και από άλλη χώρα. Η Γαλλία είχε ένα κλαμπ, που λεγόταν “Le Siècle”, «Ο Αιώνας», και μέλη του ήταν όσοι είχαν κορυφαίες διοικητικές θέσεις στη Γαλλία. Στην αρχή δεν συμμετείχαν γυναίκες, και όταν το αποφάσισαν, δέχτηκαν μόνο οκτώ, μεταξύ των οποίων ήμουν κι εγώ. Μία φορά τον μήνα γευμάτιζαν όλοι μαζί. Καθόντουσαν ανά ομάδες, σε ξεχωριστά τραπέζια, και την πρώτη φορά που πήγα, κάθισα μαζί με τον Άγγλο Όουεν-Τζόουνς, ο οποίος ήταν τότε Γενικός Διευθυντής της L’Οréal και έπαιρνε τον μεγαλύτερο μισθό στη χώρα. Κάποια στιγμή, καθώς τρώγαμε, γυρίζει και μου λέει: «Κυρία Αρβελέρ, εσείς και εγώ είμαστε οι πιο επιτυχημένοι μετανάστες στη Γαλλία». Αναιδέστατη εγώ, του απαντώ: «Δεν είναι το ίδιο. Εσείς είστε άντρας, αγγλόφωνος και σε ιδιωτική εταιρεία, ενώ εγώ είμαι γυναίκα, ελληνόφωνη και σε δημόσιο φορέα». Και καθώς ήταν έξυπνος, απάντησε αμέσως: «Δίκιο έχετε».
«Οι Έλληνες είναι οι μόνοι Βαλκάνιοι που δεν ελευθέρωσαν την κοιτίδα του Γένους τους»
«… Και εννοώ την Κωνσταντινούπολη. Άλλο κοιτίδα, άλλο πρωτεύουσα. Το 1834 ο Όθωνας, λόγω της λατρείας που είχε στην αρχαία Αθήνα, την έκανε πρωτεύουσα με επτά χιλιάδες κατοίκους, και σπίτια εκ των οποίων τα μισά ήταν χωρίς στέγη. Μετά οι Έλληνες ένιωσαν ότι ήταν απόγονοι του Περικλή, και πολύ λίγοι γνώριζαν για τον Ιουστινιανό, τον Φωκά και τη γυναίκα του τη Θεανώ. Αυτό ισχύει μέχρι σήμερα. Δεν έχουμε ανακηρύξει ούτε καν όσιο τον Κωνσταντίνο ΙΑ΄ τον Παλαιολόγο, τον μαρμαρωμένο βασιλιά κατά την παράδοση, τον πρώτο νεομάρτυρα του Γένους […] Η Κωνσταντινούπολη ήταν ταυτόχρονα τρία πράγματα: η «Αρχαία Ελλάδα» χάρη στη γλώσσα, η «Ρώμη» χάρη στη διοικητική οργάνωση και η «Ιερουσαλήμ» χάρη στη θρησκεία. Αυτά, και τα τρία ταυτόχρονα, είναι βυζαντινή κατάκτηση. Η αρχαία Αθήνα δεν τα είχε και τα τρία μαζί. Άρα, η κοιτίδα του Γένους είναι η Κωνσταντινούπολη».
Η έννοια «έθνος»
«Ποιος δίνει πρώτος τον ορισμό του έθνους; Τον δίνει ο Ηρόδοτος, όταν αναφέρει τη στιχομυθία του Δημάρατου με τον Ξέρξη το 480 π.Χ. Ο Δημάρατος ήταν βασιλιάς της Σπάρτης, μάλωσε κάποτε με τον Λεωτυχίδη, τον έτερο βασιλιά (στη Σπάρτη υπήρχε ο θεσμός της διπλής βασιλείας), τον έδιωξαν και πήγε με τους Πέρσες. Ο Ξέρξης λέει στον Δημάρατο ότι έχει συγκεντρώσει περίπου ένα εκατομμύριο στρατό και θα κάνει περίπατο στην Ελλάδα. Και ο Δημάρατος απαντά: «Βασιλέα, πρόσεχε, μπορεί αυτοί να είναι χωρισμένοι σε πόλεις, να σκοτώνονται μεταξύ τους, αλλά μπροστά στον ξένο θα γίνουν μια γροθιά». Ο Ξέρξης τότε τον ρωτάει για ποιο λόγο θα γίνει αυτό, και απαντά ο Δημάρατος: «Για το ομόγλωσσο, το ομόθρησκο, το ομόηθες και το όμαιμο». Ίδια γλώσσα, ίδια θρησκεία, ίδια ήθη, ίδιο αίμα. Σήμερα οι Έλληνες έχουν μια κληρονομιά με ρήγματα, όμως υπάρχει η συνείδηση του ανήκειν, που τους οδηγεί ως τους αρχαιοτάτους χρόνους».
«Ένα ψηφιδωτό θα ήθελα»
«… Αν μπορούσα να έχω κάτι, θα ήθελα το ψηφιδωτό όπου απεικονίζεται ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ και η συνοδεία του, το οποίο βρίσκεται στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας, στον διάδρομο στην είσοδο. Από τη μία μεριά του διαδρόμου είναι το ψηφιδωτό με τον Ιουστινιανό και την ακολουθία του και από την άλλη ένα άλλο της αυτοκράτειρας Θεοδώρας. Αν σταθείς στη μέση, θα διαπιστώσεις ότι ο ένας κοιτάζει τον άλλον. Σε αυτό το ψηφιδωτό ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός απεικονίζεται στο κέντρο της παράστασης, συνοδευόμενος από φρουρούς και αξιωματούχους, και δίπλα του στέκεται ο επίσκοπος της Ραβέννας Μαξιμιανός, όπως βλέπουμε να γράφει η επιγραφή πάνω από το κεφάλι του. Ρωτούσα συχνά τους φοιτητές μου: Ένα ψηφιδωτό που βρίσκεται στη Ραβέννα αναφέρει μόνο το όνομα του επισκόπου της Ραβέννας; Οι άλλοι που απεικονίζονται ποιοι είναι; Γιατί δεν τους αναφέρει; «Βρε σεις» τους έλεγα «σκεφτείτε το». Συνήθως δεν απαντούσε κανείς. Ο λόγος είναι επειδή αυτό το ψηφιδωτό «κεντήθηκε» στην Πόλη, όπου εκεί τους γνώριζαν όλους εκτός από τον Μαξιμιανό, γι’ αυτό γράφουν το όνομά του. Από αυτό βέβαια αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε μεγάλο εργαστήριο ψηφιδωτών στη Ραβέννα. Για να επανέλθουμε στο ερώτημά σας, θα ήθελα επίσης να έχω τη γνήσια εικόνα του Ιωάννη του Πρόδρομου των Σερρών, της οποίας έχω μόνο αντίγραφο».
huffingtonpost.gr / protothema.gr










