Με αφορμή την πρώτη του συνεργασία με τον ΘΟΚ, ο Κυπρο-Ιρλανδός σκηνοθέτης, ηθοποιός και παραγωγός Πάτρικ Μάιλς μιλά για το θέατρο και πώς αυτό του έδωσε την αίσθηση του «ανήκειν», αποτυπώνοντας μέσα από τη διπλή του ταυτότητα τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο.
Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που διάβασε τις «Μεταφράσεις» του Μπράιαν Φρίελ, αλλά σίγουρα ήταν το έργο που θα ήθελε κάποια στιγμή να σκηνοθετήσει στην Κύπρο. Ένα έργο που μιλά για τη γλώσσα, την ταυτότητα, την αποικιοκρατία και την Ιρλανδία, τον άλλο μισό τόπο καταγωγής του. Ο Πάτρικ Μάιλς, ηθοποιός, σεναριογράφος, σκηνοθέτης και παραγωγός, με σπουδές στο φημισμένο Bristol Old Vic Theatre School και με ένα βιογραφικό που καταγράφει την εκτενή θεατρική και τηλεοπτική σταδιοδρομία, γράφοντας, σκηνοθετώντας αλλά και συμμετέχοντας ως παραγωγός σε σημαντικές θεατρικές παραγωγές στο West End και το Broadway, υπογράφει αυτό τον καιρό το συγκεκριμένο έργο, στον ΘΟΚ. Και όσο το σκηνοθετεί, με μια σπουδαία ομάδα ηθοποιών όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά λέει, στο Λονδίνο ετοιμάζεται για άλλη μια πρεμιέρα ως παραγωγός το έργο του Άρθουρ Μίλλερ «Η Τιμή».
-Αλήθεια, γιατί έχεις επιλέξει να κάνεις αυτό το έργο στην Κύπρο, ενώ δραστηριοποιείσαι με επιτυχία στο Λονδίνο; Όταν βρίσκεις κάτι που θέλεις να κάνεις πραγματικά και αυτό σημαίνει κάτι για σένα, το κάνεις. Αυτό το έργο σημαίνει πολλά για μένα, ακόμα κι αν το σκηνοθετούσα σε μια αίθουσα 50 ατόμων. Για μένα, η Κύπρος είναι ο σωστός τόπος για να παρουσιαστεί.
-Πώς έχει επηρεάσει αυτή η διπλή σου ταυτότητα την καλλιτεχνική σου ματιά; Με έχει επηρεάσει βαθιά, τόσο ως άνθρωπο όσο κι ως καλλιτέχνη. Μεγάλωσα ανάμεσα σε δύο διαφορετικές χώρες, με μητέρα Κύπρια και πατέρα Ιρλανδό κι αυτό μου έδινε πάντοτε την αίσθηση του «ενδιάμεσου»— ότι ανήκω και στους δύο τόπους, αλλά ταυτόχρονα σε κανέναν. Όταν ήμουν στην Ιρλανδία ήμουν το ‘ελληνόπουλο’, ενώ στην Κύπρο, με το όνομα Πάτρικ Μάιλς, με θεωρούσαν ‘ξένο’. Σήμερα, αν και επέλεξα να ζήσω για επαγγελματικούς λόγους στο Λονδίνο, κάθε φορά που φτάνω στην Κύπρο, αισθάνομαι ότι επέστρεψα σπίτι. Το ίδιο συμβαίνει στην Ιρλανδία, ιδιαίτερα στο Ντόνεγκαλ, όπου μυρωδιές της τύρφης μού προκαλούν έντονη νοσταλγία… Αυτή η εμπειρία σε κάνει να παρατηρείς τον κόσμο γύρω σου πιο προσεκτικά και να βλέπεις τα πράγματα με περισσότερες από μία οπτικές. Η αλήθεια πως ένιωσα ότι ανήκω πραγματικά κάπου όταν ανακάλυψα το θέατρο.
-Και πώς ανακάλυψες το θέατρο; Σχετικά νωρίς θα έλεγα, στα 16 μου χρόνια. Τότε ήμουν μαθητής στο English School στη Λευκωσία και συμμετείχα σε μια σχολική παράσταση, το «Small Family Business» του Άλαν Έικμπορν. Μέχρι τότε, δεν είχα ξανακάνει θέατρο, ούτε ήξερα τι ήθελα να κάνω μεγαλώνοντας. Πήγα στην ακρόαση τυχαία και πήρα τον βασικό ρόλο. Εκεί κατάλαβα ότι αγαπώ τη διαδικασία— όχι μόνο την παράσταση και την αδρεναλίνη της σκηνής, αλλά και τους ανθρώπους που ασχολούνται με το θέατρο. Μέσα σε αυτά τα χρόνια ένιωσα ότι ανήκω στο θέατρο και στο ποδόσφαιρο, δύο χώρους που μου έδιναν αίσθηση κοινότητας.
–Η καριέρα σου εκτείνεται από την υποκριτική μέχρι τη σκηνοθεσία, τη συγγραφή και την παραγωγή. Πώς ορίζεις την καλλιτεχνική σου ταυτότητα; Για μένα η ταυτότητα του καλλιτέχνη δεν περιορίζεται σε έναν μόνο ρόλο. Σπούδασα υποκριτική, αλλά από νωρίς με ενδιέφεραν κι άλλες πλευρές του θεάτρου: να γράφω, να σκηνοθετώ, να αναλαμβάνω παραγωγές. Όλα αυτά αποτελούν μέρος της καλλιτεχνικής μου ταυτότητας, χάρη στην εκπαίδευσή μου στο Bristol Old Vic Theatre School, όπου είχα την τύχη να φοιτήσω. Εκεί διδάσκουν ότι το να είσαι ηθοποιός δεν σημαίνει απλώς να παίζεις έναν ρόλο στη σκηνή. Σημαίνει να καταλαβαίνεις πώς λειτουργεί ολόκληρος ο μηχανισμός: τι κάνει ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, ο σκηνογράφος, ο φωτιστής, ο ηχολήπτης. Η εκπαίδευση είναι ολόπλευρη, για να έχεις πλήρη κατανόηση του θεάτρου.
-Είναι μια πραγματικότητα, την οποία φαντάζομαι έχεις βιώσει… Ακριβώς. Πολλές δραματικές σχολές αφήνουν τους φοιτητές να ανακαλύψουν μόνοι τους πόσο δύσκολη είναι η ζωή του ηθοποιού, όταν ξεκινούν πια την επαγγελματική τους πορεία. Χρειάζεται όμως εκπαίδευση και προετοιμασία για μπορέσεις να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα. Στο Bristol Old Vic ήταν ξεκάθαροι από την πρώτη μέρα. Ο διευθυντής τότε, μας είχε πει: «Από 3.500 αιτήσεις, έχουμε επιλέξει μόνο τους 13 εσάς. Αν υπάρχει κάτι άλλο που θα μπορούσατε να κάνετε και να είστε ευτυχισμένοι, καλά θα κάνετε να φύγετε τώρα. Αυτή είναι η πόρτα»… Δεν έφυγε κανένας.
-Στα εύκολα και τα δύσκολα λοιπόν… Ακριβώς. Το θέατρο είναι τρόπος ζωής. Με υπέροχες στιγμές, αλλά και πολύ δύσκολες. Κι εσύ καλείσαι να αντέξεις τις δύσκολες για να απολαύσεις τις καλές. Ό,τι μας είχε πει τότε ο διευθυντής, είναι πραγματικότητα: όταν κάτι είναι καλό, είναι πολύ καλό. Όταν είναι κακό, είναι πολύ κακό.
–Με βάση τα λεγόμενά σου, ποιο ορισμό θα έδινες στην επιτυχία; Η επιτυχία, όπως μου τη μετέδωσαν, είναι να μπορείς να δουλεύεις στο θέατρο όχι για να γίνεις πλούσιος ή διάσημος. Αλλά να μπορείς να ζεις μέσα απ’ αυτό που αγαπάς κι αυτό να σε καθορίζει ως καλλιτέχνη.
-Τι στόχους είχες τελειώνοντας; Η πρώτη επαγγελματική σου δουλειά ποια ήταν; Όταν τελείωσα τη σχολή, ήθελα να κάνω θέατρο -η εκπαίδευσή μου ήταν εξάλλου θεατρική- ακόμη κι αν σήμαινε έναν μικρό ρόλο σε έναν μεγάλο θίασο. Τελικά, η πρώτη μου δουλειά ήταν στον κινηματογράφο, σε μια κυπριακή ταινία του Χρίστου Σιοπαχά, «Η Κόκκινη Πέμπτη». Ήταν πολύ καλή εμπειρία, γιατί έμαθα τη διαφορά ανάμεσα στην υποκριτική για το θέατρο και για την κάμερα.
-Πώς διαχειρίζεσαι σήμερα την ισορροπία ανάμεσα στο θέατρο και τον κινηματογράφο; Υπάρχει το εξής παράδοξο: όταν δουλεύεις στον κινηματογράφο, θέλεις να επιστρέψεις στο θέατρο. Κι όταν δουλεύεις στο θέατρο, θέλεις να επιστρέψεις στον κινηματογράφο. Στην πραγματικότητα, η καριέρα σπάνια εξελίσσεται ακριβώς όπως τη σχεδιάζεις. Στην αρχή βρίσκεσαι κυρίως σε δουλειές που σου προτείνουν και σιγά-σιγά δημιουργείται ένα μονοπάτι από μόνο του. Στη δική μου περίπτωση, περίπου το 80% της δουλειάς μου ήταν στο θέατρο.
-Πώς προέκυψε η απόφαση να ανεβάσεις το έργο «Μεταφράσεις» στην Κύπρο; Το έργο του Μπράιαν Φρίελ με συγκίνησε από την πρώτη φορά που το διάβασα, φοιτητής ακόμη στη δραματική σχολή. Διαδραματίζεται στο Ντόνεγκαλ της Ιρλανδίας, ένα μέρος που γνωρίζω καλά και ήμουν σίγουρος από τότε, ότι θα μιλήσει έντονα και στον κύπριο θεατή, γιατί θίγει ζητήματα ταυτότητας και γλώσσας σε αποικιοκρατικό καθεστώς, θέματα που έχουν άμεση σχέση και με την ιστορία της Κύπρου. Η Ιρλανδία και η Κύπρος εξάλλου, έχουν αρκετές ομοιότητες ως προς την αγγλική αποικιοκρατία και το συγκεκριμένο έργο ασχολείται με το τι συμβαίνει όταν μια γλώσσα και μια κουλτούρα αλλάζουν κάτω από τέτοιες συνθήκες. Ως κάποιος που έχει μεγαλώσει ανάμεσα στην Ιρλανδία και την Κύπρο, μπορώ να δω αυτούς τους παραλληλισμούς. Το να σκηνοθετήσω τις «Μεταφράσεις», ήταν μία δική μου πρόταση προς τον ΘΟΚ μαζί με τον Αντρέα Τσέλεπο.

–Ποιες δυσκολίες προκύπτουν όταν μεταφράζεται ένα έργο που έχει ως βασικό θέμα την ίδια τη γλώσσα; Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση, γιατί στις «Μεταφράσεις», οι Ιρλανδοί χαρακτήρες μιλούν ιρλανδικά, αλλά το έργο γράφτηκε στα αγγλικά. Στη μετάφραση στα ελληνικά χρησιμοποιούμε δύο γλώσσες στη σκηνή: οι Ιρλανδοί χαρακτήρες μιλούν ελληνικά με κυπριακή χροιά, ενώ οι Βρετανοί αξιωματικοί αγγλικά. Έτσι δημιουργείται γλωσσική απόσταση ανάμεσα στους χαρακτήρες και η κυπριακή καθομιλουμένη φέρνει την ιστορία πιο κοντά στο κοινό.
-Πώς μεταφέρεται στη σκηνή η έννοια της «μετάφρασης»; Η «μετάφραση» δεν αφορά μόνο τη γλώσσα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικοί άνθρωποι βλέπουν τον κόσμο. Κάθε χαρακτήρας κουβαλά διαφορετικό πολιτισμό, ιστορία και τρόπο αντίληψης. Στη σκηνή προσπαθούμε να αναδείξουμε τη διαφορά μέσα από τις σχέσεις των χαρακτήρων. Το έργο δείχνει ανθρώπους που προσπαθούν να επικοινωνήσουν, αλλά συχνά δεν καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο, ακόμη κι όταν μιλούν την ίδια γλώσσα. Κάποιες φορές υπάρχει πραγματική επικοινωνία ακόμη και χωρίς κοινή γλώσσα, όπως ανάμεσα σε έναν Βρετανό αξιωματικό και μια Ιρλανδή γυναίκα.
-Αν το κοινό μπορούσε να κρατήσει μόνο μία σκέψη φεύγοντας από την παράσταση, ποια θα ήθελες να είναι; Πιστεύω πως ένα έργο δεν δίνει απαντήσεις, αλλά θέτει ερωτήματα. Και στο συγκεκριμένο έργο θα μπορούσε να αναρωτηθεί πώς μπορεί να επιβιώσει μια γλώσσα κάτω από αποικιοκρατία; Τι συμβαίνει σε μια κουλτούρα όταν αρχίζει να χάνει τη γλώσσα της; Πρέπει ένας λαός να αντισταθεί ή να προσαρμοστεί;
-Πώς προσέγγισες τη σκηνοθεσία του έργου; Σχεδόν αόρατα, έτσι όπως θα ήθελα να σκηνοθετήσω. Αν το κοινό σκέφτεται συνεχώς «τι εντυπωσιακή σκηνοθεσία», κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Η εμπειρία του θεατή πρέπει να προέρχεται κυρίως από τον συγγραφέα και το κείμενο. Ο σκηνοθέτης υπάρχει για να υπηρετήσει αυτή την εμπειρία, όχι για να την επισκιάσει.
–Έχεις συνεργαστεί με καλλιτέχνες από διαφορετικές χώρες και κουλτούρες. Έχεις βρει κάτι κοινό ανάμεσά τους; Νομίζω πως όλοι έχουμε τον ίδιο στόχο, που είναι να μεταφέρουμε στον θεατή το νόημα του έργου. Στη θεατρική σχολή μάς είχαν πει κάτι το οποίο έχω ακόμη στο νου μου όταν δουλεύω. «Να σκέφτεστε πως στην τελευταία σειρά, μπορεί να κάθεται κάποιος που δυσκολεύεται να καταλάβει τη γλώσσα, που δυσκολεύεται να ακούσει ή να δει καλά. Και οι τρεις πρέπει να κατανοήσουν τι έχει γίνει».
- Η παράσταση «Μεταφράσεις» Μπράιαν Φρίελ Θέατρο ΘΟΚ, Κεντρική Σκηνή «Εύης Γαβριηλίδης», κάνει πρεμιέρα στις 28 Μαρτίου, και κάθε Παρασκευή, Σάββατο στις 8μ.μ. και Κυριακή στις 6μ.μ. Εισιτήρια: Ταμείο Θεάτρου ΘΟΚ, 77772717.
Ελεύθερα, 22.03.2026


