Πόσο αυξήθηκε η χορήγηση δανείων από τότε που χαλάρωσε η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ; Ήταν σημαντική η αύξηση ή η δανειοδότηση παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας;
Αυτό είναι το ερώτημα που επιχειρεί να αναλύσει η ΕΚΤ στο ιστολόγιο της, μέσω της έκθεσης «Προσέξτε το κενό: δυναμική πιστώσεων στη ζώνη του ευρώ». Αν παρουσιάσουμε τα στοιχεία που αφορούν την Κύπρο μέσα από τα δημοσιευμένα μηνιαία στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας φαίνεται ότι σταδιακά η πιστωτική επέκταση παρουσίασε δυναμική το 2025, σε σχέση με το 2024. Από τότε που η ΕΚΤ ξεκίνησε τη μείωση των επιτοκίων τον Ιούνιο του 2024, αναφέρουν οι συντάκτες της έκθεσης, η πίστωση προς τον ιδιωτικό μη χρηματοπιστωτικό τομέα έχει σημειώσει σταδιακή ανάκαμψη.
Ωστόσο, η πίστωση, σημειώνουν, εξακολουθεί να παραμένει κάτω από την εκτιμώμενη μακροπρόθεσμη τάση της και η ανάκαμψη προχωρά πιο σταδιακά από ό,τι σε προηγούμενες περιόδους.
Αν δούμε τα στοιχεία για την Κύπρο, φαίνεται ότι το σύνολο της πιστωτικής επέκτασης τον Νοέμβριο ήταν 10,5% σε ετήσια βάση, σε σύγκριση με 1,9% τον Νοέμβριο του 2024 και -0,2% τον Νοέμβριο του 2023.
Πιο αναλυτικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρώτο τρίμηνο του ’25 η πιστωτική επέκταση ήταν 2,73%, το δεύτερο τρίμηνο 5,6% και το τρίτο τρίμηνο 7,43% (ακόμη δεν έχει ανακοινωθεί ο Δεκέμβριος 2025, για να κλείσει το τέταρτο τρίμηνο). Το σημαντικό στοιχείο της πιστωτικής επέκτασης είναι ότι κινείται πάνω από τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας για τα δυο τελευταία διαθέσιμα τρίμηνα -τρίτο τρίμηνο του 2025 στο 3,6% , δεύτερο τρίμηνο 3,3%- ενώ στο πρώτο τρίμηνο ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας ήταν 3%, οριακά πιο πάνω από την πιστωτική επέκταση. Φυσικά, αν δούμε το 2024 και 2023, όταν τα επιτόκια ήταν πιο ψηλά, η αύξηση του δανεισμού ήταν περισσότερο συγκρατημένη και αρκετές φορές με αρνητικό πρόσημο.
Στην ανάλυση, οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι η τρέχουσα πιστωτική επέκταση στην Ευρωζώνη είναι ασθενής, σε σχέση με προηγούμενες ανακάμψεις. Τα ευρήματα δείχνουν ότι, ειδικά στην πρώτη φάση του τρέχοντος κύκλου χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, η συνολική πίστωση προς τον ιδιωτικό μη χρηματοπιστωτικό τομέα αυξήθηκε με ρυθμό που υπερέβη ελάχιστα τις ανακάμψεις που παρατηρήθηκαν μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση δημόσιου χρέους (την περίοδο 1993, 2003, 2009, 2013, 2020).
Πιο συγκεκριμένα, όλες οι κύριες πηγές εξωτερικής χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις -συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών πιστώσεων, του τραπεζικού και μη τραπεζικού δανεισμού- παραμένουν υποτονικές σε σχέση με τα ιστορικά πρότυπα που υπάρχουν.
Πώς όμως μπορούμε να διαπιστώσουμε εάν η δυναμική των πιστώσεων συμβαδίζει με τις ανάγκες της ευρύτερης οικονομίας; «Το χάσμα μεταξύ πιστώσεων και ΑΕΠ είναι ένας χρήσιμος τρόπος για να εκτιμήσουμε εάν η τρέχουσα πιστωτική ανάπτυξη είναι αρκετά ισχυρή για να διατηρήσει μια οικονομική ανάκαμψη. Μετράει πώς τα τρέχοντα επίπεδα πιστώσεων συγκρίνονται με τη μακροπρόθεσμη τάση τους, σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας. Ένα αρνητικό χάσμα σηματοδοτεί ότι οι επιχειρήσεις δανείζονται λιγότερο από το αναμενόμενο, δεδομένης της τρέχουσας κατάστασης της οικονομίας. Ομοίως, ένα θετικό χάσμα υποδηλώνει ότι δανείζονται περισσότερο από το συνηθισμένο», αναφέρεται στην έκθεση.
Τι κρύβεται πίσω από το επίμονο αρνητικό πιστωτικό κενό; Οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι οι υψηλότερες αντιλήψεις για τον κίνδυνο, το αυξανόμενο κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών και οι αυστηρότερες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας έχουν περιορίσει περαιτέρω τον δανεισμό.
Επιπλέον, σημειώνουν, οι δείκτες της έρευνας τραπεζικών χορηγήσεων δείχνουν ότι η σωρευτική καθαρή σύσφιξη δεν έχει ακόμη χαλαρώσει πλήρως. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες αναφέρουν ότι οι όροι δανεισμού τους και η συνολική ζήτηση για πίστωση δεν έχουν ακόμη επιστρέψει στα επίπεδα πριν την πανδημία.
Επίσης, οι αυξανόμενες επενδύσεις των επιχειρήσεων σε άυλα περιουσιακά στοιχεία, όπως το λογισμικό, σε σχέση με την αγορά μηχανημάτων, μειώνουν τη διαθεσιμότητα εξασφαλίσεων και ενδέχεται να περιορίσουν την πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση. Και τέλος, οι δημογραφικές τάσεις, που οδηγούν σε μείωση της ζήτησης για κατοικίες και διαρκή αγαθά, επηρεάζουν τη ζήτηση για δανεισμό.









