Με αφορμή την Αόρατη συλλογή του Stefan Ζweig.
“Τους άσπρους τοίχους διάβασε, να σου πουν των χρυσανθέμων το διάβα”
Paul Klee
Μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ένας συλλέκτης παλιών γκραβούρων, με αφορμή την τύφλωση του, αποσύρεται στο σπίτι του σε μια επαρχιακή πόλη της Σαξονίας συντροφευμένος από τη γυναίκα και τη κόρη του. Εκεί, μοναδική του καθημερινή ενασχόληση αποτελεί η περιεργασία των αποκτημάτων του. Αν και τυφλός, ανοίγει φακέλους και ψηλαφίζει τα πολύτιμα φύλλα χαρτιού που για χρόνια συνέλεγε σχολιάζοντας από μνήμης το περιεχόμενο τους και επισημαίνοντας την ποιότητα και την ανερχόμενη αξία τους.
Μια μέρα, δέχεται απρόσμενα την επίσκεψη ενός εμπόρου παλαιών αντικειμένων και έργων τέχνης του οποίου υπήρξε πελάτης για πολλά χρόνια. Η ασθένεια του συλλέκτη οδήγησε αναπόφευκτα στη διακοπή της συνεργασίας και συνεπώς στην έλλειψη επαφής ανάμεσα τους. Με χαρά τον υποδέχεται στο σπίτι του και ενθουσιασμένος προβαίνει σε μια ενδελεχή παρουσίαση της συλλογής του.
Ο επισκέπτης θα βρεθεί εντούτοις αμήχανος αφού πολύ γρήγορα θα αντιληφθεί ότι οι φάκελοι δεν περιείχαν πολύτιμες γκραβούρες του Rembrandt, του Dürer και του Mantegna αλλά αντίγραφα ακόμη και λευκά φύλλα χαρτιού.
Σε μια κατ’ ίδίαν ολιγόλεπτη συνάντηση, η κόρη του συλλέκτη εκμυστηρεύεται στον επισκέπτη ότι μαζί με τη μητέρα της είχαν προβεί σε πώληση αρκετών αντιτύπων εν αγνοία του πατέρα της αφού οι ανάγκες κατά τη μεταπολεμική περίοδο και η άνοδος του πληθωρισμού στη χώρα είχαν οδηγήσει την οικογένεια σε οικονομική στενότητα.
Μητέρα και κόρη όπως και ο επισκέπτης παρακολουθούν εντούτοις με αμηχανία και συστολή τον ηλικιωμένο άντρα να παρουσιάζει το περιεχόμενο της συλλογής του με μια “πανηγυρική εγκαρδιότητα” και “την εσωτερικότητα του χρηστού ανθρώπου που ευφραίνεται” όπως σημειώνει ο συγγραφέας.
Γράφει ο Ζweig: “ Με την τρυφεράδα και την προσοχή που δείχνει κανείς όταν αγγίζει κανείς κάτι εύθραυστο, με τ’ ακροδάχτυλα να ακουμπούν προσεχτικά και προστατευτικά έπιασε από το φάκελο ένα πασπαρτού, που πλαισίωνε ένα κενό κιτρινισμένο φύλλο χαρτί, και έμπλεος θαυμασμού κράτησε μπροστά του το άχρηστο παλιόχαρτο.
Το ατένισε για κάμποσα λεπτά δίχως στ΄ αλήθεια να το βλέπει, κρατώντας ωστόσο εκστατικός με τεντωμένο χέρι το κενό φύλλο το ύψος των ματιών του. Το πρόσωπο του ολόκληρο προσέλαβε με τρόπο μαγικό την τεταμένη έκφραση κάποιου που ατενίζει. Και τα μάτια του, τα άκαμπτα με τις νεκρές τους κόρες – νά’ τανε η αντανάκλαση του χαρτιού ή κάποια λάμψη εσωτερική ; – φωτίστηκαν και αντικαθρέφτισαν το φως, ένα φως γνώσης”.
Εντυπωσιακά και εύστοχα δίνει ο Jacques Derrida τη θέση του γύρω από μια τέτοιου είδους συμπεριφορά. Ορίζει την τυφλότητα ως μια αναγκαία δημιουργική συνθήκη που ανατρέπει την αυταπάτη της άμεσης οπτικής γνώσης αναδεικνύοντας τις δυνατότητες άλλων αισθήσεων: της μνήμης και της αφής. Συνδέοντας την τυφλότητα με την “αποδόμηση”, θεωρεί ότι τα μάτια δεν είναι για να βλέπουν αλλά για να επιτελούν μια εσωτερική διεργασία ικανή να αφυπνίζει άλλους μηχανισμούς αντίληψης.
O Zweig επιχειρεί με άλλα λόγια μια νέα εννοιολόγηση της όρασης. Το επιτυγχάνει με μια τροπική αντιστροφή. Ο ήρωας αδυνατεί να δει αυτό που βρίσκεται μπροστά ή απέναντι του. Είναι εντούτοις ικανός να δει κάθε η εικόνα που η μνήμη καταχώρησε εντός του. Το βλέμμα συνεπώς αλλάζει ρότα. Μια παράδοση οργανωμένη γύρω από την έννοια του αισθητού και μια φιλοσοφία γύρω από το στοιχειώδες ζήτημα της παρουσίας μπαίνουν σε αμφισβήτηση.
Η Αόρατη συλλογή κυκλοφορεί για πρώτη φορά το 1929. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία το ζήτημα ακύρωσης της απεικόνισης δείχνει να εδραιώνεται. Εναρμονίζεται άραγε ο Zweig με μια συνείδηση – πρωτίστως πολιτική – που στοχεύει σε ένα επέκεινα όπου όλες οι μορφές της τέχνης και συνεπώς της ζωής προσβλέπουν σε μια ανοικτή, πρωτοφανή και – γιατί όχι – “ανεικονική” αφήγηση; Είναι μήπως το λευκό χαρτί που φωτίζει το πρόσωπο και τα μάτια του τυφλού Χέρβαρτ το ανοικτό και καθαρό πεδίο δράσης που οι πολίτες της κεντρικής μεταπολεμικής Ευρώπης οραματίζονται;
Ο Jacques Rancière επισημαίνει ότι το “τέλος της εικόνας” έχει ως επακόλουθο την αναζήτηση τρόπων απόδοσης όχι μιας εικόνας αλλά μιας “αισθητής μορφής”. Τοποθετεί μάλιστα το “τέλος των εικόνων” κατά τις δεκαετίες ανάμεσα στο 1880 και το 1920, την περίοδο μετάβασης δηλαδή από τον Συμβολισμό στον Κονστρουκτιβισμό.
Πρόκειται σύμφωνα με τον ίδιο για “ένα ιστορικό σχεδιασμό, ένα όραμα του μοντέρνου γίγνεσθαι της τέχνης” που αναμφίβολα πραγματώνουν, μεταξύ άλλων, και τα μονόχρωμα έργα του σουπρεματιστή Kasimir Malevitch. Λίγα χρόνια χωρίζουν το λευκό -χωρίς περιεχόμενο – χαρτί του Zweig και το Λευκό τετράγωνο σε λευκό φόντο (1918) του Malevitch. Μια κοινή απαξίωση σε θέματα περιεχομένου είναι έκδηλη. Και μια κοινή θέση γύρω από το ζήτημα του βλέμματος εμπεδώνεται: αυτό που αναζητούσαν έξωθεν βρίσκεται μέσα τους.
- Paul Klee, Tα ημερολόγια (1898-1918), τόμος Β΄, μτφρ. Γιώργος Δ. Κεντρωτής, Νεφέλη, Αθήνα, 1986
- Stefan Zweig, Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και η Αόρατη συλλογή, μτφρ. Μαρία Τοπάλη, Άγρα, Αθήνα, 2010.
- Jacques Rancière, Το πεπρωμένο των εικόνων, μτφρ. Θωμάς Συμεωνίδης, Στερέωμα, Αθήνα, 2020.
- Θωμάς Συμεωνίδης, Το σχέδιο του φιλόσοφου – η σκέψη ως τέχνη του ορατού / Μια συνέντευξη του Ζακ Ντεριντά, Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, 2022.
Ελεύθερα, 08.02.2026









