Κάθε κατάσταση πραγμάτων και κάθε κοινωνικό φαινόμενο οφείλουμε να το εντάσσουμε και να επιχειρούμε να το αποκωδικοποιούμε μέσα στο ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο. Η περίπτωση του Φειδία Παναγιώτου —ο οποίος συνιστά ένα σοβαρό σύμπτωμα πολιτικής παθογένειας— δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα αυτόνομο και αιφνίδιο φαινόμενο που εμφανίστηκε «από το πουθενά» για να διαταράξει τα δεδομένα.
Αντιθέτως, αποτελεί απότοκο μιας γενικευμένης απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, η οποία πηγάζει από διαχρονικές παθογένειες, σκάνδαλα και φαινόμενα διαφθοράς, από την αδυναμία του να δώσει ουσιαστικές λύσεις, αλλά κυρίως από την αποδεδειγμένη ανικανότητά του να επιδείξει πολιτικά αντανακλαστικά, να μετασχηματιστεί και να εκσυγχρονιστεί.
Ένα σημείο που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής από τα κόμματα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ευρωβουλευτής —και η ομάδα που τον πλαισιώνει— κατάφερε να χτίσει γέφυρες επικοινωνίας με ένα τμήμα της κοινωνίας. Δεν έχει τόσο σημασία το τι λέει (ή μάλλον, το τι δεν λέει), ούτε το τι πράττει ή δεν πράττει, καθοριστικό είναι το γεγονός ότι έχει περάσει το μήνυμα σε μια μερίδα πολιτών πως μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα και ότι οι ίδιοι μπορούν να γίνουν μέρος αυτής της ανατροπής μέσω του προσώπου του.
Η ιδέα αυτή μετεξελίχθηκε σε μια υποτιθέμενη «πολιτική πρόταση» για τη Βουλή, με την προβολή της δημιουργίας κόμματος υπό την ονομασία «Άμεση Δημοκρατία», η οποία παρουσιάστηκε ως φιλοσοφία συμμετοχής μέσω μιας εφαρμογής στο κινητό τηλέφωνο, δίνοντας την ψευδαίσθηση άμεσης εμπλοκής στα δημόσια πράγματα.
Με απλά λόγια, αυτό που κατάφερε ο Φειδίας Παναγιώτου ήταν να δώσει βήμα και ορατότητα σε άτομα που, υπό κανονικές συνθήκες και για διάφορους λόγους, δεν θα έβρισκαν χώρο έκφρασης σε ένα οργανωμένο πολιτικό κόμμα —είτε πρόκειται για παραδοσιακούς πολιτικούς σχηματισμούς είτε για νεότερα εγχειρήματα.
Δεν διαθέτει ιδεολογία, δεν προτείνει συγκεκριμένες λύσεις, δεν καταθέτει συνεκτικές πολιτικές θέσεις. Διαθέτει, ωστόσο, ένα απλό και εύπεπτο πολιτικό αφήγημα περί άμεσης δημοκρατίας και ενίσχυσης της συμμετοχικότητας των πολιτών στη λήψη αποφάσεων. Υπό αυτή την έννοια, λειτουργεί αφενός ως μέσο «εκδίκησης» και εκτόνωσης της κοινωνικής οργής και αφετέρου ως όχημα που προσφέρει χώρο και σημασία —κυρίως σε νεότερα άτομα— τα οποία, για διάφορους λόγους, δεν θα είχαν παρουσία, λόγο ή ρόλο στην πολιτική και κατ’ επέκταση στον δημόσιο διάλογο.
Την ίδια στιγμή, στα κόμματα παρατηρείται το ακριβώς αντίθετο φαινόμενο. Τα παραδοσιακά κανάλια επικοινωνίας που διατηρούν με την κοινωνία έχουν ξεθωριάσει και το ακροατήριο στο οποίο απευθύνονται συρρικνώνεται διαρκώς. Οι νεολαίες των κομμάτων είναι απονευρωμένες ή και ανύπαρκτες, με ίσως μοναδική εξαίρεση το ΕΛΑΜ, το οποίο —για διαφορετικούς λόγους— καταφέρνει να διατηρεί έναν ενεργό πυρήνα νεολαίας. Οι φοιτητικές παρατάξεις υπολειτουργούν, οι τοπικές οργανώσεις είναι υποτυπώδεις και οι σύλλογοι ή οι λαϊκές οργανώσεις δεν λειτουργούν πλέον ως ζωντανά κύτταρα κοινωνικής συνάθροισης μέσα στις κοινότητες.
Όλα αυτά διαδραματίζονται σε μια εποχή όπου η έννοια της ιδεολογίας επαναπροσδιορίζεται και επανερμηνεύεται. Ως αποτέλεσμα, διαμορφώνεται ένα σαφές κενό, ένα χάσμα μεταξύ των κομμάτων και της κοινωνίας των πολιτών. Οι πολίτες —και ιδιαίτερα οι νέοι— δεν πηγαίνουν πλέον στα κόμματα. Είναι τα κόμματα που οφείλουν να κινηθούν προς την κοινωνία, και αυτό δεν μπορεί να γίνει με τα παραδοσιακά μέσα και εργαλεία. Ιδίως όταν πρόκειται για νεότερες ηλικίες, των οποίων το «παράθυρο προς τον κόσμο» είναι, καλώς ή κακώς, η οθόνη του κινητού ή του τάμπλετ.
Τα μηνύματα φτάνουν σε αυτούς σχεδόν αποκλειστικά μέσω του διαδικτύου και των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης — ενός παράλληλου κόσμου, διαφορετικού από την απτή πραγματικότητα, που συχνά λειτουργεί ανεξάρτητα ή και ανταγωνιστικά προς τα παραδοσιακά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, για μία μερίδα της κοινωνίας, ίσως τελικά να μην έχει τόσο μεγάλη σημασία το τι είναι ή δεν είναι ο Φειδίας, το τι λέει ή δεν λέει. Σημασία έχει το γεγονός ότι άνοιξε ένα κανάλι επικοινωνίας, κατόρθωσε να δημιουργήσει ταύτιση με ένα συγκεκριμένο κοινό και, μέσα από αυτή την πολιτική παραδοξότητα, να καλλιεργήσει ένα αίσθημα συμμετοχής, προσδοκίας και κοινών επιδιώξεων.










