Είναι πλέον εμφανές ότι διανύουμε μια νέα εποχή γεωπολιτικών εξελίξεων, αλλά και αναδιαμόρφωσης των κανόνων της διεθνούς διπλωματίας. Το Διεθνές Δίκαιο υποχωρεί σταδιακά μπροστά στη λογική της ισχύος, των πολιτικών συσχετισμών και των οικονομικών συμφερόντων. Ο κόσμος εισέρχεται σε ένα νέο είδος ψυχρού πολέμου, υπό ένα νέο δόγμα άσκησης εξωτερικής πολιτικής: το δόγμα Τραμπ.
Για να είμαστε, ωστόσο, δίκαιοι απέναντι στον Αμερικανό Πρόεδρο, ο σεβασμός προς το Διεθνές Δίκαιο ουδέποτε υπήρξε απολύτως ειλικρινής. Στην πράξη, είχε περισσότερο χαρακτήρα υποκριτικό παρά ουσιαστικό στο πεδίο της διεθνούς σκακιέρας και της παγκόσμιας διπλωματίας. Η πραγματικότητα είναι πως, τις περισσότερες φορές, το δίκαιο του ισχυρού ήταν εκείνο που καθόριζε τους κανόνες του παιχνιδιού και όχι η προσήλωση στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου. Το πολύ-πολύ να διατηρείτο μια ισορροπία προσχημάτων. Μέχρι εκεί.
Φτάνοντας στο δια ταύτα, η περίπτωση της αμερικανικής επέμβασης στη Βενεζουέλα δεν είναι ούτε άσπρο ούτε μαύρο. Η ερμηνεία της δεν μπορεί να εγκλωβίζεται, ούτε να εξαντλείται, σε ιδεολογικούς δογματισμούς και πολιτικές αγκυλώσεις. Υπάρχει, άλλωστε, μια κραυγαλέα υποκρισία όταν η Ρωσία εισβάλλει στην Ουκρανία, ο Πούτιν απειλεί ανοιχτά τη σταθερότητα της Ευρώπης και για ορισμένους κυριαρχεί το γνωστό «ναι μεν, αλλά». Την ίδια στιγμή, οι ίδιοι κύκλοι οργανώνουν κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες στο όνομα της υπεράσπισης του λαού της Βενεζουέλας.
Κι όμως, ένα μεγάλο μέρος – ενδεχομένως και η πλειοψηφία – του λαού της Βενεζουέλας βγήκε στους δρόμους πανηγυρίζοντας για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και την αμερικανική εισβολή, την οποία αντιλαμβάνεται ως προοίμιο πολιτικής αλλαγής. Ο Μαδούρο δεν υπήρξε τίποτε άλλο παρά ένας αυταρχικός ηγέτης, που διατήρησε την εξουσία του εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των καρτέλ ναρκωτικών, από τα οποία αντλούσε και τη δύναμη του καθεστώτος του.
Αυτή η παθογένεια, βέβαια, απαντάται – σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό – και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Το εμπόριο ναρκωτικών, η εκτεταμένη φτώχεια και το οργανωμένο έγκλημα αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά αρκετών κρατών της ηπείρου. Η Βενεζουέλα, ωστόσο, διαθέτει και το μεγαλύτερο απόθεμα πετρελαίου παγκοσμίως. Το γεγονός ότι η διαχείρισή του αποτέλεσε μία από τις πρώτες ανακοινώσεις του Ντόναλντ Τραμπ μετά τον έλεγχο της χώρας, αποκαλύπτει τις βαθύτερες αιτίες πίσω από την αμερικανική επιχείρηση και απογυμνώνει τον μανδύα της ηθικολογίας.
Σε αυτή τη νέα διεθνή πραγματικότητα, η εξωτερική πολιτική κάθε κράτους αποκτά καθοριστική σημασία. Πέρα από ιδεολογίες και στερεοτυπικές αναγνώσεις, ανακύπτει εύλογα το ερώτημα πού θα βρισκόταν σήμερα η Κύπρος, εάν ήταν ένα απομονωμένο νησί, χωρίς συμμαχίες και στρατηγικές συνεργασίες. Αναδεικνύεται, έτσι, ότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε το θεμέλιο μιας ισχυρής βάσης, πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια συνεκτική και προσανατολισμένη εξωτερική πολιτική με σαφές πολιτικό αποτύπωμα.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Υπουργός Εξωτερικών, Κωνσταντίνος Κόμπος, στη χθεσινή του συνέντευξη στον «Φ», η εξωτερική πολιτική της Κύπρου επικεντρώνεται στη συστηματική διεύρυνση του διπλωματικού της αποτυπώματος, αξιοποιώντας τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα: τη γεωγραφική της θέση, την περιφερειακή αστάθεια, την ιδιότητα του κράτους-μέλους της ΕΕ, την επερχόμενη Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, καθώς και τις άριστες σχέσεις με τις χώρες της ευρύτερης περιοχής. Στόχος, η ανάδειξη της Κύπρου ως πυλώνα σταθερότητας με προβλεψιμότητα και αξιοπιστία.
Και εδώ έγκειται η ουσία. Ανεξάρτητα από το πώς προσεγγίζει κανείς την υπόθεση της Βενεζουέλας και το ζήτημα του Διεθνούς Δικαίου, το διπλωματικό αποτύπωμα ενός κράτους καθίσταται ζωτικής σημασίας σε ένα ρευστό και ευμετάβλητο γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου τα μέσα φαίνεται να καθορίζουν και τον σκοπό.
Ως τροφή για σκέψη, τίθεται το πολιτικό ερώτημα: ποια θα ήταν σήμερα η στάση της Κύπρου – ή κατά πόσο θα μπορούσε να είναι διαφορετική – εάν δεν είχε επιλέξει μια εξωτερική πολιτική με σαφή ευρωπαϊκό και δυτικό προσανατολισμό που στηρίζεται στη στενή συνεργασία με το Ισραήλ, στην ενίσχυση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και στη διατήρηση πολύ καλών δεσμών με τις χώρες του Αραβικού Κόλπου;










