Ο πόλεμος των ΗΠΑ κατά του Ιράν, που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου κατόπιν εντολής του Ντόναλντ Τραμπ, κοστίζει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια ημερησίως, ενώ σημαντικές απώλειες σε ραντάρ και στρατιωτικό εξοπλισμό εγείρουν ανησυχίες για τη μελλοντική επιχειρησιακή ετοιμότητα της Ουάσιγκτον.
Το κόστος της στρατιωτικής εκστρατείας των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 22,3 έως 31 δισ. δολάρια μέσα σε μόλις πέντε εβδομάδες, σύμφωνα με ανάλυση της Έλεϊν ΜακΚάσκερ, ανώτερης ερευνήτριας στο American Enterprise Institute και πρώην αξιωματούχου του προϋπολογισμού του Πενταγώνου. Η ίδια υπολογίζει, για λογαριασμό των Financial Times, ότι περίπου το ένα δέκατο του συνολικού κόστους αφορά την αντικατάσταση ή επισκευή στρατιωτικού εξοπλισμού που καταστράφηκε ή υπέστη ζημιές στις συγκρούσεις.
Από τις 28 Φεβρουαρίου έχουν καταγραφεί 13 θάνατοι Αμερικανών στρατιωτικών σε επιθέσεις εναντίον αμερικανικών βάσεων, ενώ περισσότεροι από 300 στρατιώτες έχουν τραυματιστεί. Παρά το γεγονός ότι οι απώλειες θεωρούνται σχετικά περιορισμένες συγκριτικά με πολέμους μεταξύ ισοδύναμων αντιπάλων, ειδικοί στην άμυνα επισημαίνουν ότι η καταστροφή κρίσιμων συστημάτων ραντάρ από το Ιράν ενδέχεται να αυξήσει την ευπάθεια των ΗΠΑ σε μελλοντικά μέτωπα, όπως αυτό της Κίνας.
Οι υπολογισμοί της ΜακΚάσκερ περιλαμβάνουν και το κόστος ανάπτυξης πρόσθετων αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στη Μέση Ανατολή από τα τέλη Δεκεμβρίου, χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνεται πλήρης αποτίμηση των ζημιών στο πεδίο της μάχης, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί μετά τη λήξη των εχθροπραξιών. Από το συνολικό ποσό, 2,1 έως 3,6 δισ. δολάρια αφορούν ζημιές σε εξοπλισμό και ανάγκες αντικατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών επισκευής του αεροπλανοφόρου USS Gerald R Ford, το οποίο αποσύρθηκε για συντήρηση μετά από πυρκαγιά σε χώρο πλυντηρίων, καθώς και της αποκατάστασης συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης βαλλιστικών πυραύλων στο Κατάρ που υπέστη ζημιές από επίθεση drone.
Η ΜακΚάσκερ υπογραμμίζει ότι ορισμένα κατεστραμμένα συστήματα μπορούν να επισκευαστούν μέσα σε λίγες ημέρες, όμως η αντικατάσταση άλλων απαιτεί χρόνια, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις ήδη πιεσμένες αλυσίδες εφοδιασμού για κρίσιμα υλικά και εξαρτήματα.
Στόχος τα ραντάρ και τα συστήματα επικοινωνιών
Σύμφωνα με αναλυτές, το Ιράν φαίνεται να έδωσε προτεραιότητα σε επιθέσεις κατά συστημάτων ραντάρ και επικοινωνιών σε αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή, καθώς και κατά αεροσκαφών εναέριου ανεφοδιασμού, τα οποία επιτρέπουν στα μαχητικά αεροσκάφη των ΗΠΑ να πραγματοποιούν επιχειρήσεις μεγάλου βεληνεκούς.
Η αυξανόμενη λίστα εξελιγμένων και περιορισμένης διαθεσιμότητας συστημάτων που επλήγησαν έχει ενισχύσει τις ανησυχίες για υπερέκταση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων και για χρήση πόρων που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε άλλα στρατηγικά μέτωπα. Το Πεντάγωνο ζητεί από το Κογκρέσο πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 200 δισ. δολαρίων για την κάλυψη των επιχειρησιακών δαπανών.
Ο Μαρκ Κάνσιαν, σύμβουλος άμυνας στο Center for Strategic and International Studies, εκτιμά ότι το κόστος της εκστρατείας ανέρχεται σε περίπου 500 εκατ. δολάρια ημερησίως. Σύμφωνα με το CSIS, οι ΗΠΑ υπέστησαν ζημιές ύψους τουλάχιστον 1,4 δισ. δολαρίων σε εξοπλισμό και υποδομές μέσα στις πρώτες έξι ημέρες των συγκρούσεων, προτού μειωθεί ο αριθμός εκτοξεύσεων πυραύλων από το Ιράν.
Η αντικατάσταση ενός αεροσκάφους Boeing E-3 Sentry, το οποίο υπέστη σοβαρές ζημιές σε επίθεση στη βάση Prince Sultan κοντά στο Ριάντ, εκτιμάται ότι θα κοστίσει πάνω από 700 εκατ. δολάρια. Παράλληλα, δύο συστήματα ραντάρ σε Ιορδανία και Κατάρ συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα πλήγματα για τις αμερικανικές δυνάμεις. Μεταξύ αυτών βρίσκεται ραντάρ AN/TPY-2, βασικό στοιχείο του προηγμένου συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας Thaad, το οποίο φέρεται να καταστράφηκε σε βάση στην Ιορδανία.
Κάθε σύστημα AN/TPY-2 κοστίζει περίπου 485 εκατ. δολάρια, ενώ η κατασκευή του απαιτεί σχεδόν τρία χρόνια από τη Raytheon. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα των συγκεκριμένων ραντάρ καθιστά δύσκολη την άμεση αντικατάστασή τους, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανακατανομή στρατιωτικών πόρων από άλλες περιοχές.
Ο Τομ Καράκο, διευθυντής του προγράμματος αντιπυραυλικής άμυνας του CSIS, υπογραμμίζει ότι τα συγκεκριμένα συστήματα είναι κρίσιμα για την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων από το Ιράν και για τη συνολική αμυντική διάταξη των ΗΠΑ παγκοσμίως. Όπως σημειώνει, «δεν μπορεί κανείς να αντικαταστήσει ένα ραντάρ AN/TPY-2 με μια απλή εναλλακτική λύση χαμηλού κόστους».
Απώλειες αεροσκαφών και επιχειρησιακά προβλήματα
Σύμφωνα με αναλυτές, μέρος των ζημιών αποδίδεται και σε εσφαλμένη χρήση πόρων ή ανεπαρκή προστασία συστημάτων. Η Κέλι Γκρίκο από το Stimson Center επισημαίνει ότι το Ιράν σημείωσε επιτυχίες πλήττοντας σταθερούς στόχους, όπως σταθμευμένα αεροσκάφη και εγκαταστάσεις σε αμερικανικές βάσεις.
Οι επιθέσεις σε υποδομές ραντάρ δυσχεραίνουν την ταχεία αναγνώριση και αναχαίτιση εισερχόμενων πυραύλων, περιορίζοντας την ικανότητα ακριβούς εκτίμησης του μεγέθους και των στόχων επιθέσεων με βαλλιστικούς πυραύλους και drones. Παρ’ όλα αυτά, ο Σαμ Λερ από το James Martin Center for Nonproliferation Studies εκτιμά ότι το επίπεδο ζημιών παραμένει σχετικά χαμηλό δεδομένων των δυνατοτήτων του ιρανικού οπλοστασίου.
Μεταξύ των σημαντικότερων απωλειών συγκαταλέγεται η κατάρριψη αεροσκάφους F-15E στο νοτιοδυτικό Ιράν, ενώ περισσότερα από δώδεκα drones MQ-9 Reaper έχουν επίσης καταστραφεί. Κατά τη διάρκεια επιχείρησης διάσωσης των δύο μελών του πληρώματος του F-15E, αεροσκάφος A-10 Warthog που παρείχε υποστήριξη επλήγη από ιρανικά πυρά και συνετρίβη στον Περσικό Κόλπο.
Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι δύο μεταγωγικά αεροσκάφη C-130 Hercules καταστράφηκαν στο έδαφος από τις ίδιες τις αμερικανικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, ενώ το ιρανικό στρατιωτικό επιτελείο υποστήριξε ότι καταρρίφθηκαν δύο ελικόπτερα Blackhawk και δύο C-130 στην περιοχή του Ισφαχάν.
Ο Κάνσιαν επισημαίνει ότι, συγκριτικά με πρόσφατες αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι απώλειες των τελευταίων εβδομάδων είναι αυξημένες, παραμένουν ωστόσο περιορισμένες σε σχέση με το συνολικό μέγεθος συγκρούσεων μεγάλης κλίμακας. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Desert Storm το 1991, καταστράφηκαν 14 αμερικανικά αεροσκάφη μέσα σε πέντε εβδομάδες.
Επιπτώσεις στη στρατηγική έναντι της Κίνας
Αναλυτές εκφράζουν ανησυχία ότι οι απώλειες εξοπλισμού και η κατανάλωση αποθεμάτων πυρομαχικών περιορίζουν την ικανότητα των ΗΠΑ να ενισχύσουν την αποτροπή έναντι της Κίνας. Ο Φάμπιαν Χόφμαν από το Oslo Nuclear Project σημειώνει ότι συστήματα όπως το ραντάρ Thaad και το αεροσκάφος E-3 θα ήταν κρίσιμα σε ενδεχόμενη σύγκρουση με το Πεκίνο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι ΗΠΑ έχουν ήδη ξεκινήσει τη μεταφορά στοιχείων συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας από τη Νότια Κορέα προς τη Μέση Ανατολή, γεγονός που υποδηλώνει πιθανή αναδιάταξη στρατιωτικών πόρων. Ο Καράκο προειδοποιεί ότι η συνεχής φθορά στρατιωτικού εξοπλισμού ενδέχεται να ενθαρρύνει την Κίνα να εξετάσει στρατιωτική δράση για την Ταϊβάν. Όπως σημειώνει, «οι ΗΠΑ δεν έχουν την πολυτέλεια να συνεχίσουν να εξαντλούν κρίσιμα συστήματα».
protothema.gr


