Ο πόλεμος συνεχίζεται με πολλές αντικρουόμενες καθημερινές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς λογική πολλές φορές, που είναι δύσκολο να αποκωδικοποιήσει κανείς την αμερικανική πολιτική και τους αμερικανικούς στόχους.Έτσι την μια μέρα ο Τραμπ παρουσιάζεται να λέει ότι ουσιαστικά ο πόλεμος τελείωσε και ότι δεν μένει πια κανένας στόχος να χτυπηθεί, ενώ την επομένη επανέρχεται με μεγαλύτερες ακόμη απειλές εναντίον του Ιράν. Είναι πολύ πιθανόν ότι επιδιώκει μια «έξοδο νίκης» από τον πόλεμο ενώ το Ισραήλ από την άλλη επιθυμεί την συνέχισή του, μολονότικαι ο Νετανιάχου αντιλαμβάνεται τώρα ότι αυτά που επεδίωκε δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Αν και κανείς δεν μπορεί να ξέρει πως θα εξελιχθούν τα πράγματα, υπάρχει έντονη άποψη από πολλούς αναλυτές ότι οι Αμερικανοί και το Ισραήλ βρίσκονται σε αδιέξοδο.Διότι μπορεί το Ιράν να έχει υποστεί τεράστιες καταστροφές, αλλά το καθεστώς επιβιώνει ακόμη και σε ένα άνισο τεχνολογικά πόλεμο, ανταποδίδει τα χτυπήματα και έχει προκαλέσει τεράστιες ζημιές στις χώρες του Κόλπου όπου αποδείχτηκε πως οι αμερικάνικες βάσεις αντί προστασίας επιφέρουν καταστροφή.
Στην πραγματικότητα αυτό που θα αποφασίσει το τέλος ή όχι του πολέμου είναι η οικονομία. Ο πόλεμος αυτός έσπειρε χάος στη διεθνή οικονομία, με τεράστιες ζημιές για τους Αμερικανούς που προσπαθούν να συγκρατήσουν τις αγορές με μια επικοινωνιακή πολιτική στην οποία πιθανόν να εντάσσονται και κάποιες από τις δηλώσεις του Τραμπ. Οι ζημιές σε διάφορους τομείς της αμερικανικής οικονομίας ανέρχονται σε πολλά δισεκατομμύρια. Το κόστος επίσης του πολέμου ανέρχεται σε πολλά δισεκατομμύρια. Από την άλλη όμως έχουν εκτιναχθεί τα κέρδη της πολεμικής βιομηχανίας και των εταιρειών ενέργειας. Αυτό όμως που αντανακλάται στην καθημερινή ζωή του μέσου Αμερικανού είναι ο πληθωρισμός που οδηγεί στην ακρίβεια και υποσκάπτει το βιοτικό του επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο που μόνο ένας στους τέσσερις Αμερικανούς είναι υπέρ του πολέμου. Ο Τραμπ και οι ολιχάρχες δίπλα του, είναι υποχρεωμένοι να διαχειριστούν αυτές τις αντιφάσεις και τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα του αμερικανικού καπιταλισμού. Προπάντων που πλησιάζουν και οι ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο και οι δημοσκοπήσεις καθόλου δεν ευνοούν τους τραμπικούς υποψηφίους. Υπάρχει επομένως μια επικοινωνιακή διαχείριση του πολέμου, μια μορφή επικοινωνιακής προπαγάνδας, που κάποιες στιγμές επικαλύπτει τις καθεαυτό στρατιωτικές επιχειρήσες αλλά και τις συνέπειες του πολέμου για τη διεθνή οικονομία.
Για να αντιμετωπιστεί η διεθνής ενεργειακή κρίση, οι Αμερικανοί αίρουν σταδιακά τις κυρώσεις για το ρωσικό πετρέλαιο και ο Τραμπ συνομιλεί με τον Πούτιν επιδιώκοντας να κρατήσει ανοιχτή την επαφή με την Μόσχα. Λίγη αμφιβολία υπάρχει ότι η Ρωσία, αν και σύμμαχος του Ιράν, είναι ο μεγάλος κερδισμένος αυτού του πολέμου σε δύο επίπεδα: το οικονομικό και τον πόλεμο στην Ουκρανία που έχει ξεχαστεί.
Οι πολιτικές δολοφονίες Ιρανών ηγετών από τους Αμερικανούς και το Ισραήλ δεν απέδωσαν τα αποτελέσματα που περίμεναν. Το ιρανικό καθεστώς αντέχει και μάλιστα σε τελευταίες δηλώσεις του ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν,
που αν και θεωρείται μετριοπαθής σε σχέση με άλλα στοιχεία του καθεστώτος όπως οι Φρουροί της Επανάστασης, έθεσε τους όρους του Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου, φτάνοντας στο σημείο να απαιτεί και πολεμικές αποζημιώσεις από τους Αμερικανούς και παροχή ισχυρών διεθνων εγγυήσεων ώστε να αποτραπεί οποιαδήπτε μελλοντική επιθετική ενέργεια εναντίον της χώρας του.
Η δύναμη του Ιράν είναι ότι πέτυχε την αποδιοργάνωση της διεθνούς οικονομίας. Πέτυχε ακόμη να αποδιοργανώσει την αμερικανική πολιτική στην Μέση Ανατολή. . Μετις καταστροφές που υπέστησαν οι χώρες αυτές, είναι αμφίβολο αν θα μπορούν στο άμεσο μέλλον να χρηματοδοτήσουν τους αμερικανικούς σχεδιασμούς.
Υπάρχει επίσης ένας πόλεμος μεγάλων συμφερόντων στο δυτικό κόσμο, ειδικά στον χώρο της ενέργειας. Μεγάλες πετρελαϊκές αμερικανικές εταιρείες βγήκαν τα τελευταία χρόνια κερδισμένες σε βάρος ευρωπαϊκών κολοσσών. Εντυπωσιακή για παράδειγμα είναι η άνοδος της Chevron, εβραιοαμερικανικών συμφερόντων, που μαζί με την Exxon ελέγχει τα κοιτάσματα του Λιβυκού, έχοντας μάλιστα εκτοπίσει από εκεί την Ιταλική ΕΝΙ και τη Γαλλική TOTAL. Η δε βρετανική BP, τέταρτη στη σειρά πετρελαϊκή εταιρεία στον κόσμο έχει πέσει στην πέμπτη θέση. Είναι μια «απόπειρα τεράστιας αναδιανομής κερδών εις βάρος των παραδοσιακών αποικιοκρατών που υποχωρούν δραματικά: η Ιταλία στη Λιβύη, η Γαλλία στη Συρία, η Αγγλία στον Περσικό».(Από ανάλυση του Δημήτρη Σταματόπουλου,του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, στη σελίδα του στο φέισμπουκ).Αυτό εξηγεί και την αμηχανία των Ευρωπαίων, ακόμη και αυτών των Βρετανών που ήταν παραδοσιακοί σύμμαχοι των Αμερικανών σε όλους τους πολέμους, να συνταχτούν ανοιχτά μαζί τους σε αυτό τον πόλεμο. Οι Ευρωπαίοι άλλωστε είναι διασπασμένοι και μεταξύ τους και κάθε χώρα προσπαθεί να διασώσει τα δικά της εθνικά συμφέροντα. Δεν υπάρχει κοινή ευρωπαϊκή πολιτική. Το δείχνουν αυτό κα οι σπασμωδικές κινήσεις του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν να παρουσιαστεί ως εκφραστής μιας ευρωπαϊκής πολιτικής που δεν υιοθετείται από τους υπόλοιπους.
Οι Βρετανοί υποχρεώθηκαν τελικά να επιτρέψουν τη χρήση των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο από τους Αμερικανούς, αλλά δεν έπεσαν στην παγίδα της υποτιθέμενης ιρανικής επίθεσης εναντίον τους για να κινητοποιηθούν. Δεν επρόκειτο για αδυναμία τους όπως κάποιοι βιάστηκαν να γράψουν σε αναλύσεις τους,αλλά στις ακριβείς πληροφορίες που είχαν ότι η Τεχεράνη δεν στόχευε τις βάσεις τους. Άφησαν επομένως τον θεατρικό ρόλο στον Μακρόν που είχε τους δικούς του λόγους να παρουσιαστεί ως σωτήρας της Ευρώπης.Ήδη κάποιοι αναλυτές επισημαίνουν ότι επιδίωξη του Γάλλου προέδρου είναι να αποκτήσει και αυτός ενδοχώρα, όπως το Ισραήλ, σε Κύπρο και Ελλάδα, για στάθμευση αεροναυτικών γαλλικών δυνάμεων με πυρηνικά, εκτός γαλλικής επικράτειας.
Για άλλη μια φορά τίθεται το θέμα της δικής μας εξωτερικής πολιτικής, Ελλάδας και Κύπρου, στον σημερινό πόλεμο αλλά και γενικότερα σε όλες τις γεωπολιτικές και οικονομικές ανακατατάξεις με τις οποίες είμαστε αντιμέτωποι.Ακόμη και να μην είναι αρνητική η παρουσία όλων αυτών των δυνάμεων που υποτίθεται έτρεξαν να μας συμπαρασταθούν απέναντι στην «ιρανική απειλή», δεν θα έχει μακροπρόθεσμο αντίκρυσμα αφού δεν είναι ενταγμένη σε κάποια δική μας στρατηγική για την αντιμετώπιση τουτουρκικού επεκτατισμού σε Αιγαίο και Κύπρο. Άλλωστε κανένας από όλους αυτούς που κινητοποιήθηκαν για την «ιρανική απειλή» δεν μίλησε για την τουρκική κατοχή που διαρκεί πάνω από μισό αιώνα. Εξάλλου ούτε η Αθήνα ούτε και η Λευκωσία αναφέρθηκαν σε κάτι τέτοιο. Επαναλαμβάνεται η ίδια πολιτική που υιοθετήσαμε και στην περίπτωση της Ουκρανίας, μονοδιάστατη και χωρίς να εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής που θα εντάσσονται οι όποιες τακτικές μας κινήσεις για να μη παραμένουν ασύνδετες σπασμωδικές ενέργειες.
*Πανεπιστημιακός,συγγραφέας. Email stephanos.constantinides@gmail.com


