Με ορμή από το TikTok ή με κοσμοπολίτικη αύρα; Akylas και Good Job Nicky αναμετρώνται για το χρίσμα της συμμετοχής της Ελλάδας στην Eurovision, θέτοντας το απόλυτο δίλημμα ανάμεσα στο λαϊκό ένστικτο και τη ραφιναρισμένη pop αισθητική.
Από τον Κώστα Μπουρούση
Από κτίσεως κόσμου οι άνθρωποι αγαπάμε τα διλήμματα. Κι έχουμε κατά καιρούς κληθεί να τοποθετηθούμε -όχι πάντα ευφυώς- σε δεκάδες από αυτά. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Ότι επιλέξαμε διά βοής τον Βαραββά έναντι του Ιησού; Ότι ψηφίσαμε -στα αγνά τηλεοπτικά χρόνια του πρώτου «Big Brother»- τον Τσάκα αντί του Πρόδρομου; Ή μήπως το γεγονός ότι το αδούλωτο και χιλιοτραγουδισμένο ελληνικό γένος προτίμησε μόλις πριν από μια δεκαετία την έξοδο από την παραμονή στη ζώνη του ευρώ; Στην τελευταία περίπτωση είχαμε το χιούμορ και τη μεγαθυμία των Ευρωπαίων εταίρων μας με το μέρος μας. Γι’ αυτή την περιβόητη εύνοια και συμπάθεια του ευρωπαϊκού κοινού θα πασχίσουν -κατ’ αναλογίαν- φέτος, στον 70ό επετειακό Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision, ο Akylas και ο Good Job Nicky. Οι δύο, δηλαδή, σύμφωνα με όλα τα στοιχήματα και τα προγνωστικά, επικρατέστεροι μνηστήρες της ελληνικής εκπροσώπησης. Θα μπορούσε να είναι μια «σύγκρουση» από εκείνες που είχαμε χορτάσει να καταναλώνουμε απνευστί πίσω στις αρχές των 00s’. Όμως, η μονομαχία ανάμεσα στον Akylas και στον Good Job Nicky δεν είναι απλώς ένας αγώνας για το εισιτήριο που οδηγεί στη Βιέννη, όπου θα φιλοξενηθεί η φετινή διοργάνωση. Μοιάζει περισσότερο με τη σύγκρουση δύο εκ διαμέτρου αντίθετων αφηγημάτων για τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα. Εννοείται όχι για την ταυτότητα που έχουμε διαμορφώσει, αλλά για εκείνη που νομίζουμε ότι έχουμε κατακτήσει και είμαστε έτοιμοι να την εξάγουμε με υπερηφάνεια στη Δύση.
Από τη μία, λοιπόν, έχουμε τον Akylas. Έναν τραγουδιστή μέχρι τη συμμετοχή του στα προκριματικά τόσο γνωστό στο μέσο Έλληνα όσο η κβαντική μηχανική. Ο καλλιτέχνης από τις Σέρρες πέτυχε, αν μη τι άλλο, όχι μόνο να φέρει το «Ferto» στην άκρη των χειλιών χιλιάδων ακροατών -ήδη τα views του στο YouTube καλπάζουν προς τα δύο εκατομμύρια- αλλά να ενσαρκώνει τον απόλυτο ορισμό του zeitgeist στην Ελλάδα σήμερα. Με ορμητήριό του το TikTok, την πλατφόρμα δηλαδή που ευθύνεται για τον ευνουχισμό της συγκέντρωσής μας αλλά γεννά διαρροϊκά τους σταρ νέας κοπής, χωρίς τη διαμεσολάβηση των δισκογραφικών «ιερατείων», ο Akylas φέρνει μαζί του μια ακατέργαστη, αναιδή, σχεδόν βίαιη ειλικρίνεια. Το «Ferto» δεν είναι ένα τυπικό εύπεπτο τραγούδι-τρολ για τη Eurovision. Αλλά μανιφέστο. Μπορεί ο ρυθμός του -συνδυασμένος με την άρτια χορογραφία του τραγουδιστή- να σε παρασύρει, θυμίζοντας κάτι από τη βαλκανική εξωστρέφεια που τόσο αγαπά ο Διαγωνισμός, όμως στο βάθος στίχοι για τον υπερκαταναλωτισμό και τα «ρούχα με τις μάρκες» που έρχονται να καλύψουν τα κενά μιας στερημένης παιδικής ηλικίας, χτυπούν μια ευαίσθητη χορδή. Ειδικά στους millennials, που έμαθαν να καταπίνουν τη μία κρίση μετά την άλλη (μνημόνια, Covid-19 κ.λπ.) και ξέρουν τι σημαίνει να ξεμένεις από ρευστό στα μέσα κάθε μήνα αλλά και στους Zennials. Τη γενιά, που μαζί με το πρώτο γάλα της, χώνεψε και την πληροφορία πως θα ζήσει φτωχότερη από τους προγόνους της. Ο Akylas προτείνει μια Ελλάδα που δεν ντρέπεται για τις αντιφάσεις της, που αγκαλιάζει το κιτς της και το ντύνει με αμπαλάζ Τέχνης. Αναπολητικά. Είναι ο άνθρωπος που μπορεί να γίνει η ψυχή του πάρτι ή η νέμεσις των κριτικών επιτροπών της Eurovision. Αλλά δεν θα περάσει απαρατήρητος.

Από την άλλη, είναι ο Good Job Nicky, ή αλλιώς ο καλλιτέχνης που εκπροσωπεί με έναν τρόπο την Ελλάδα της εξωστρέφειας, του κοσμοπολιτισμού και της μουσικής αρτιότητας. Της χώρας που έχει αποτινάξει το σύνδρομο της «Ψωροκώσταινας» και πάει να συναγωνιστεί τους Ευρωπαίους στα ίσα. Ο Νικόλας Βαρθακούρης έχει χτίσει με συνέπεια έναν ήχο σύγχρονο, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από ξένες παραγωγές. Όπως ακριβώς δηλαδή και η εικόνα του ίδιου –και μόνο που τόλμησε να εμφανιστεί με αρκουδοτόμαρο (κατά κόσμον, γούνα) στην παρουσίαση του τραγουδιού του, οφείλεις να του βγάλεις το καπέλο (σε περίπτωση που φοράς). Το «Dark Side of the Moon», αν και ακούγεται ευχάριστα ως ένας παραπάνω από αξιοπρεπής synth-pop ύμνος για την ταχύτητα του έρωτα και την ένταση των ανθρώπινων σχέσεων, έχει ένα μειονέκτημα που δεν μπορείς να προσπεράσεις: Δανείστηκε τον τίτλο του από ένα από τα πλέον εμβληματικά άλμπουμ των Pink Floyd. Σε κάθε περίπτωση, ο Good Job Nicky είναι αναντίρρητα ο καλλιτέχνης που μπορεί να σταθεί στη σκηνή της Eurovision και να φαντάζει σαν να ανήκε εκεί από πάντα. Διαθέτει star quality και το πουλά, χωρίς να ενδίδει σε φτήνιες και επαιτείες της προσοχής των άλλων, ενώ η πρότασή του μοιάζει η ασφαλέστερη, για να αποφύγουμε ένα εθνικό στραπάτσο. Το ακόμα πιο ενδιαφέρον στη διελκυστίνδα μεταξύ Akyla και Good Job Nicky είναι πως το δίλημμα δεν έχει να κάνει με το ποιος από τους δύο είναι καλύτερος ή πιο ολοκληρωμένος καλλιτεχνικά. Αμφότεροι υπηρετούν τίμια αυτό που έχουν επιλέξει. Το ζήτημα είναι τι μήνυμα θέλουμε να εκπέμψουμε με την εθνική συμμετοχή μας. Αν επιλέξουμε τον Akylas, εμπιστευόμαστε το ένστικτο. Επιλέγουμε να παρουσιάσουμε κάτι που είναι βαθιά τοπικό και γι’ αυτό, παραδόξως, οικουμενικό. Η Eurovision τα τελευταία χρόνια ανταμείβει το διαφορετικό, το «παράξενο», αυτό που προκαλεί συζητήσεις την επόμενη μέρα στο γραφείο. Αν επιλέξουμε τον Good Job Nicky, επενδύουμε -κατά την ταπεινή μου γνώμη, πάντα- στο όραμα. Σε μια εικόνα μιας Ελλάδας που διαθέτει αισθητική που δεν γνωρίζει σύνορα και που μπορεί να συγκινήσει μέσα από την κομψότητα και την ενδοσκόπηση. Σε αυτό το ιδιότυπο φετινό δίπολο η νίκη δεν θα κριθεί μόνο στις φωνητικές ικανότητες ούτε στη σκηνική παρουσίαση. Αλλά στο ποιος από τους δύο θα καταφέρει να γίνει το πιο θελκτικό και πειστικό είδωλο, αυτό που καθένας μας θέλει να βλέπει στον καθρέφτη του. Κι ας απέχει από την πραγματικότητα όσο, ας πούμε, η Eurovision από την κοινή λογική και τις προβλέψεις.









