Οι πληγές της σύγχρονης ιστορίας αυτού του τόπου παραμένουν ανοικτές. Όχι ως σχήμα λόγου, αλλά ως καθημερινή πραγματικότητα που επιμένει να μας υπενθυμίζει ότι το τραύμα της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής δεν έχει επουλωθεί.
Τα συμπεράσματα της έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία πραγματοποιήθηκε έπειτα από πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή Λουκά Φουρλά, έρχονται να επιβεβαιώσουν ακριβώς αυτό: ότι ο χρόνος δεν λειτούργησε ως γιατρός, αλλά ως μάρτυρας μιας παρατεταμένης αδικίας.
Ίσως να έχουμε συμβιβαστεί με πολλά. Ίσως να μην μας σοκάρει πια η σημαία της κατοχής στον Πενταδάκτυλο. Ίσως το συρματόπλεγμα να έγινε μέρος του τοπίου. Κάπου στην πορεία, μια παράνομη πραγματικότητα μετατράπηκε σε καθημερινότητα, καθώς αφήσαμε τον χρόνο να περνά, χωρίς τη δύναμη ή τη βούληση να συγκρουστούμε μαζί της.
Οι εγκλωβισμένοι της Καρπασίας αποτελούν το πιο αδιάψευστο τεκμήριο ότι στην Κύπρο υπάρχει ακόμη κατοχή. Άνθρωποι που ζουν – ή γεννήθηκαν και μεγάλωσαν – υπό ιδιάζουσες και καταπιεστικές συνθήκες. Οι συνθήκες αυτές δεν είναι ίδιες με εκείνες των πρώτων χρόνων μετά την εισβολή, ωστόσο οι μαρτυρίες παραμένουν συγκλονιστικές: καθημερινά βασανιστήρια, σωματική και ψυχολογική βία, φόβος, ανασφάλεια. Κάποιοι πέθαναν μόνοι και αβοήθητοι. Άλλοι, υπό την απειλή για τους ίδιους και τα παιδιά τους, αναγκάστηκαν να φύγουν για να σωθούν.
Σήμερα, τα δεδομένα μπορεί να εμφανίζονται διαφορετικά, όμως η σκιά της κατοχής εξακολουθεί να βαραίνει τις ζωές αυτών των ανθρώπων. Έμαθαν, ίσως, να συνυπάρχουν με το τέρας. Ένα τέρας που στα μάτια ορισμένων μοιάζει εξημερωμένο, χωρίς ποτέ να έχει πάψει να είναι τέρας.
Τα συμπεράσματα της έρευνας αποτυπώνουν με σαφήνεια το καθεστώς ανελευθερίας στο οποίο καλούνται να ζήσουν ακόμη και τα παιδιά που διεκδικούν το αυτονόητο δικαίωμα στη μόρφωση. Σύμφωνα με τα τελευταία καταγεγραμμένα στοιχεία, στο δημοτικό σχολείο φοιτούν 18 μαθητές και στο νηπιαγωγείο 16.
Όσον αφορά το Γυμνάσιο και Λύκειο Ριζοκαρπάσου, κατά τη φετινή σχολική χρονιά φοιτούν συνολικά 15 μαθητές. Το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου, με ιστορία που ξεκινά το 1917, έκλεισε το καλοκαίρι του 1974 και παρέμεινε σιωπηλό μέχρι το 2005, όταν το κουδούνι ήχησε ξανά – όχι ως σύμβολο κανονικότητας, αλλά ως πράξη αντίστασης.
Η έκθεση είναι ξεκάθαρη: οι Ελληνοκύπριοι εγκλωβισμένοι ζουν υπό συνθήκες ανελευθερίας, με σοβαρούς περιορισμούς στις ατομικές, εκπαιδευτικές και θρησκευτικές τους ελευθερίες από τις αρχές κατοχής. Η UNFICYP συνεχίζει να διαδραματίζει ρόλο διαμεσολαβητή, διευκολύνοντας την παράδοση σχολικών βιβλίων και τον διορισμό εκπαιδευτικών. Ωστόσο, και φέτος, η τουρκοκυπριακή πλευρά αρνήθηκε τη χρήση επτά ελληνικών σχολικών βιβλίων και απέρριψε τον διορισμό επτά εκπαιδευτικών, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία των ελληνοκυπριακών σχολείων της Καρπασίας.
Στο πλαίσιο της αναδρομής της έρευνας γίνεται αναφορά και στη Συμφωνία της 3ης Βιέννης, καθώς και στη συστηματική παραβίασή της από την τουρκική πλευρά, η οποία είχε δεσμευτεί να διασφαλίζει στους εγκλωβισμένους μια κανονική ζωή, με πρόσβαση στην εκπαίδευση, την ιατρική περίθαλψη και την ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.
Το πλέον καθοριστικό στοιχείο της έκθεσης είναι ότι ανοίγει τον δρόμο για επιτόπια επίσκεψη της Επιτροπής Πολιτισμού (CULT) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Καρπασία. Να δουν, να καταγράψουν, να διαπιστώσουν από κοντά. Αυτός είναι και ο βασικός στόχος του ευρωβουλευτή Λουκά Φουρλά, ο οποίος ανέλαβε την πρωτοβουλία για την έναρξη της έρευνας.
Είναι η δεύτερη φορά, μέσα σε περίπου έναν χρόνο, που μια τραγική πτυχή της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας φτάνει στο Ευρωκοινοβούλιο. Προηγήθηκε η πρωτοβουλία για τις γυναίκες που υπέστησαν βιασμό και κακοποίηση, καθώς και εκείνη κατά την οποία Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι συγγενείς αγνοουμένων μίλησαν για το κοινό τους δράμα ενώπιον ευρωβουλευτών.
Πρωτοβουλίες σαν κι αυτές δεν είναι απλώς συμβολικές. Είναι πολιτικές πράξεις μνήμης και ευθύνης. Και γι’ αυτό ακριβώς αξίζουν προβολής, συνέχειας και στήριξης.


