Σοβαρό ανθρωπιστικό ζήτημα προκύπτει για άτομα που καταδικάζονται και στη συνέχεια δεν μπορούν εσαεί να αποκτήσουν λευκό ποινικό μητρώο, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από την επανένταξή τους στην κοινωνία αφού δεν τους προσλαμβάνουν σε εργασίες χωρίς λευκό ποινικό μητρώο.
Πρόσφατα, Δικαστήριο απέρριψε αίτημα νεαρού για έκδοση διατάγματος αποκατάστασής του, λόγω αναρμοδιότητάς του αλλά και επειδή ο νόμος είναι απόλυτος. Η περίπτωση αφορούσε νεαρό πρόσωπο το οποίο το 2021 είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών με αναστολή, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, για τα αδικήματα κατοχής και διάδοσης παιδικής πορνογραφίας. Ήταν ακόμη κάτω των 20 ετών, είχε παραδεχθεί ότι κατείχε ένα αρχείο (βίντεο) μικρής έκτασης με παιδική πορνογραφία. Δεν ήταν δηλαδή πρόσωπο που κατείχε σωρεία αρχείων όπως άλλες περιπτώσεις όπου φαίνεται να υπάρχει κάτι αρρωστημένο πίσω από την υπόθεση.
Ο αιτητής ενημερώθηκε από τον δικηγόρο του ότι, λόγω του ύψους των ποινών, σύμφωνα με σχετικό νόμο, έπρεπε να αποκατασταθούν μετά την πάροδο τριών ετών από την επιβολή τους, ωστόσο, εμφανίζονται στο πιστοποιητικό ποινικού μητρώου του παρά την πάροδο των 3 ετών. Αυτή η συνθήκη επηρεάζει την προοπτική μόνιμης εργοδότησής του στο Δημαρχείο Λεμεσού, καθώς απαιτείται λευκό ποινικό μητρώο, όπως και για πληθώρα άλλων θέσεων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Ειδικότερα, τέθηκε ως προϋπόθεση από τον εργοδότη του να προσκομίσει πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου, διαφορετικά χάνει τη θέση εργασίας που του προσφέρθηκε υπό την εν λόγω προϋπόθεση.
Στο Δικαστήριο είχε αναφερθεί εκ μέρους του δικηγόρου του Μ. Αρμεύτη ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει εργασία, γεγονός που προκαλεί προβλήματα διαβίωσης και επαγγελματικής αποκατάστασης. Θεωρεί πως ο απόλυτος αποκλεισμός της αποκατάστασης του ποινικού μητρώου, που προβλέπει ο νόμος, είναι αντίθετος με το Σύνταγμα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθώς εναντιώνεται στο δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και την εργασία.
Από την πλευρά της η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα Μαρίνα Μασούρα (εμφανίστηκε με τον Α. Αντωνιάδη) ήγειρε ένσταση στο αίτημα, τονίζοντας ότι η αποκατάσταση εντάσσεται στον πυρήνα της ποινικής πολιτικής του κράτους και αποτελεί αντικείμενο κανονιστικής επιλογής του νομοθέτη, ανάλογης με θεσμούς όπως η αμνηστία, η χάρη, η παραγραφή ή η υπό όρους απόλυση, κανένας εκ των οποίων συγκροτεί ατομικό δικαίωμα. Ατομική αξίωση αποκατάστασης δεν υφίσταται· ο καταδικασθείς δεν δύναται να την αξιώσει λόγω παρόδου χρόνου, συμμόρφωσης, επαγγελματικής επίπτωσης ή επίκλησης συνταγματικών δικαιωμάτων, αλλά μόνο να επικαλεστεί ότι, εφόσον ο νόμος την προβλέπει και πληρούνται οι προϋποθέσεις, αυτή αναγνωρίζεται.
Το Δικαστήριο Λεμεσού που εξέτασε την αίτηση έκρινε ότι σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία, για εξέταση αιτήματος αποκατάσταση ενός καταδικασθέντα, πρέπει η ποινή που επιβλήθηκε να είναι από 2-4 έτη και να έχουν περάσει οκτώ χρόνια. Στην περίπτωση του αιτητή, ο οποίος καταδικάστηκε για παιδική πορνογραφία, ο νόμος δεν προβλέπει αποκατάσταση του ποινικού του μητρώου.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι αυστηρά θεσμικός και εξαντλείται στον έλεγχο του αν ο νόμος επιτρέπει αποκατάσταση και, εφόσον την επιτρέπει, αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Αν ο νόμος δεν την επιτρέπει, το Δικαστήριο, θεσμικά, σιωπά, ανεξαρτήτως των πρακτικών συνεπειών που ενδέχεται να προκύψουν, από σεβασμό στη διάκριση των εξουσιών. Σε κάθε περίπτωση, ο αποκλεισμός της διαγραφής καταδίκης από το ποινικό μητρώο για τα υπό αναφορά αδικήματα είναι σύννομη, με στόχο την προστασία της κοινωνίας και ειδικότερα των ευάλωτων ομάδων και είναι αναλογική με τη σοβαρότητα των αδικημάτων κατοχής και διακίνησης παιδικής πορνογραφίας.
Προστίθεται επίσης ότι η επίκληση δικαιωμάτων όπως η εργασία ή η ιδιωτική ζωή δεν δύναται να προσδώσει εκ του μηδενός δικαιοδοσία στο Δικαστήριο, ούτε να ανατρέψει ρητή και ειδική νομοθετική επιλογή του νομοθέτη, η οποία, κατά τεκμήριο, εξυπηρετεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, είναι προβλέψιμη, σαφής και συμβατή με τις δεσμεύσεις της Δημοκρατίας από το ενωσιακό δίκαιο.
Το Δικαστήριο αφήνει ανοιχτό το θέμα να εγερθεί στο Συνταγματικό Δικαστήριο αν το επιθυμεί ο αιτητής.









