Απαρχαιωμένους και αδρανείς νόμους διαθέτει η Κύπρος, όπως εκείνος για την απασχόληση των γυναικών στα μεταλλεία ή για το σιριβίδιο, το παράσιτο των σιτηρών. Αποικιακό νομοθέτημα, ηλικίας 90 ετών, είναι και εκείνο που ρυθμίζει τις θανατικές ανακρίσεις, για τον οποίο συστάθηκε σχετική επιτροπή και θα εκπονηθεί μελέτη ώστε να γίνει ο εκσυγχρονισμός του. Πρόκειται για τις διαπιστώσεις της Επιτρόπου Νομοθεσίας, Σοφίας Κλεόπα Χατζηκυριάκου, η οποία μίλησε στον «Φ» για όσα αλλάζουν και για τους στόχους της, λίγες μέρες μετά τη κατοχύρωση με νόμο του θεσμού του Γραφείου της. Επιπλέον, είπε, έρχεται το e-Legislation, μία επίσημη κυβερνητική πλατφόρμα για την προετοιμασία νομοθεσίας, η οποία καθιστά τη νομοθετική διαδικασία εξ ολοκλήρου ψηφιακή.
«Έχουμε πρόσφατα προβεί σε μελέτη αναφορικά με παρωχημένες νομοθεσίες που χρήζουν αναθεώρησης ή κατάργησης. Το θέμα αυτό θα μελετηθεί περαιτέρω, σε συνεννόηση με τα καθ’ ύλην αρμόδια Υπουργεία, ώστε να λάβουμε τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα», επισημαίνει η Επίτροπος.
«Ενδεικτικά, αναφέρω, ότι διαπιστώσαμε πως υπάρχουν νομοθεσίες οι οποίες είναι πλέον απαρχαιωμένες και δεν ανταποκρίνονται στη σημερινή πραγματικότητα, όπως “ο περί Απασχόλησης Γυναικών εν Μεταλλείοις Νόμος (ΚΕΦ.181), ο οποίος εισάγει περιορισμούς στην απασχόληση βάση φύλου και συγκρούεται με την αρχή της ίσης μεταχείρισης στην απασχόληση», λέει η κ. Κλεόπα.
Παράλληλα, αναφέρει, υπάρχουν νομοθεσίες των οποίων το αντικείμενο καλύπτεται πλέον από νεότερο και ειδικότερο νομοθετικό πλαίσιο, όπως “ο περί Σιριβιδίου Νόμος (ΚΕΦ.93)”, ο οποίος αποτελεί αποικιακό νόμο γεωργικής αστυνόμευσης για αποτροπή της εξάπλωσης ενός παρασίτου σιταριού. «Το ειδικό αυτό ζήτημα καλύπτεται πλέον από τον “περί Προστατευτικών Μέτρων κατά των Επιβλαβών για τα Φυτά Οργανισμών Νόμο του 2023 (Ν.146(Ι)/2023)”, ο οποίος συνιστά σύγχρονη και εναρμονισμένη με το ενωσιακό δίκαιο νομοθεσία, για τους οργανισμούς που είναι επιβλαβείς στα φυτά. Στον κατάλογο που ετοιμάσαμε, περιλαμβάνονται αρκετές νομοθεσίες οι οποίες ενδέχεται να έχουν περιπέσει σε αχρησία, να έχουν καταστεί παρωχημένες ή να καλύπτονται πλέον από νεότερο και εκσυγχρονισμένο νομοθετικό πλαίσιο και σε συνεργασία με τα αρμόδια Υπουργεία θα ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα κατάργησης ή εκσυγχρονισμού», διευκρινίζει.
Μια από αυτές τις νομοθεσίες, επισημαίνει η Επίτροπος, είναι για τις θανατικές ανακρίσεις. «Ο περί Θανατικών Ανακριτών Νόμος αποτελεί αποικιακό νομοθέτημα του 1936 και έκτοτε έχει δεχθεί ελάχιστες τροποποιήσεις. Η υφιστάμενη του μορφή παρουσιάζει λειτουργικές αδυναμίες και δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σύγχρονες ανάγκες. Υπάρχουν παρωχημένες αναφορές σε Κυβερνήτη, Διοικητή, θάνατο δυνάμει θανατικού εντάλματος («execution in pursuance of a death warrant») και σε νομοθεσίες που έχουν καταργηθεί», υπογραμμίζει.
Η ανάγκη εκσυγχρονισμού του, αναφέρει η Επίτροπος, έχει αναγνωριστεί δημόσια από τον Γενικό Εισαγγελέα το 2021 και έχει ανατεθεί θεσμικά στην Επίτροπο Νομοθεσίας από το Υπουργικό Συμβούλιο, η μελέτη και σύνταξη σχετικού νομοσχεδίου. «Προς τον σκοπό αυτό, συστάθηκε νομοπαρασκευαστική επιτροπή, υπό την προεδρία μου, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και Υγείας, του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και της Αστυνομίας. Έχω ήδη ξεκινήσει την εκπόνηση της μελέτης, όπου θα χαρτογραφηθούν οι αδυναμίες και τα προβλήματα που εντοπίζονται, θα γίνει συγκριτική μελέτη με σχετικές νομοθεσίες άλλων χωρών και θα διατυπωθούν εισηγήσεις για βελτίωση και εκσυγχρονισμό της όλης διαδικασίας».
Άλλοι νόμοι που εξετάζει η Επίτροπος Νομοθεσίας
Το Γραφείο της Επιτρόπου αυτό το διάστημα ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με τρεις σημαντικές Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
>> την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1499 και την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1500 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με πρότυπα για τους φορείς ισότητας,
>> καθώς και την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1385 για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της εξ οικείων βίας.
«Τα εναρμονιστικά νομοσχέδια τίθενται πάντοτε σε προτεραιότητα, λόγω των συγκεκριμένων υποχρεώσεων και χρονοδιαγραμμάτων συμμόρφωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η έγκαιρη προώθησή τους είναι ιδιαίτερα σημαντική, τόσο για την αποφυγή καθυστερήσεων όσο και για την αποτροπή ενδεχόμενων διαδικασιών παράβασης σε βάρος της χώρας μας», αναφέρει.
Παράλληλα, το Γραφείο της Επιτρόπου, εργάζεται και σε ζητήματα συμμόρφωσης με παρατηρήσεις και συστάσεις που προκύπτουν στο πλαίσιο της Επιτροπής GREVIO, «δηλαδή του ανεξάρτητου οργάνου εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης που παρακολουθεί την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, αλλά και της Επιτροπής GRECO, της οποίας κύριος σκοπός είναι η καταπολέμηση της διαφθοράς», αναφέρει.
«Υποβάλλω, επιπλέον, αυτεπάγγελτες εισηγήσεις στον Πρόεδρο και στα αρμόδια όργανα για θέματα νομοθετικού εκσυγχρονισμού, και προεδρεύω αρκετών νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, όπου συντάσσουμε μεταρρυθμιστικά νομοσχέδια, κατόπιν απόφασης της Προεδρίας ή του Υπουργικού Συμβουλίου», τονίζει.
Έρχεται η πλατφόρμα e-Legislation
Ανάμεσα στις δράσεις που προωθεί η Επίτροπος Νομοθεσίας, είναι το έργο e-Legislation. «Μία επίσημη κυβερνητική πλατφόρμα για την προετοιμασία νομοθεσίας, η οποία καθιστά τη νομοθετική διαδικασία εξ ολοκλήρου ψηφιακή, συμπεριλαμβανομένης της σύνταξης και ενοποίησης της νομοθεσίας, καθώς και τη δημοσίευση της νομοθεσίας σε μορφή αναγνώσιμη και διαλειτουργική», διευκρινίζει η κ. Κλεόπα.
Η πλατφόρμα, διευκρινίζει, αναμένεται να προωθήσει τη συλλογική νομοθετική σύνταξη και έκδοση, ειδικά κατά διυπηρεσιακές διαβουλεύσεις στη φάση σύνταξης νέας νομοθεσίας, να απλοποιήσει την ενοποίηση νόμων και κανονισμών και να παρέχει ευκολότερη πρόσβαση στη νομοθεσία για τους πολίτες.
«Θα καλύπτει όλα τα στάδια επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης και της ενοποίησης του νόμου, και τη δημοσίευση των νόμων σε ψηφιακή μορφή. Πρόκειται με άλλα λόγια για μία ανοιχτή πλατφόρμα δεδομένων που θα είναι δημόσια διαθέσιμη και προσβάσιμη από επαγγελματίες, πολίτες και επιχειρήσεις και η λειτουργία της θα ανατεθεί στην Επίτροπο Νομοθεσίας», αναφέρει.
Οι 6μηνιαίες εκθέσεις προς το Υπουργικό Συμβούλιο
Μία από τις αρμοδιότητές της Επιτρόπου Νομοθεσίας είναι η γραπτή επισήμανση των υποχρεώσεων και ενεργειών, που απορρέουν από νομοθετήματα και αφορούν στο Υπουργικό Συμβούλιο, τους Υπουργούς, τους Ανεξάρτητους Αξιωματούχους, τις Υπηρεσίες κ.τ.λ., την έκδοση οδηγιών για συμμόρφωση καθώς και την ετοιμασία και υποβολή σχετικής εξαμηνιαίας Έκθεσης στο Υπουργικό Συμβούλιο.
«Μελετούμε το σύνολο των νόμων που ψηφίζει η Βουλή των Αντιπροσώπων κάθε μήνα, και εντοπίζουμε και επισημαίνουμε προς τα αρμόδια όργανα της εκτελεστικής εξουσίας τις υποχρεώσεις και ενέργειες στις οποίες οφείλουν να προβούν στη βάση των νέων νομοθετημάτων. Στη συνέχεια, υποβάλλουμε την ενημερωτική έκθεση, για την καλύτερη και ολιστική παρακολούθηση της υλοποίησης των νομοθετικών διατάξεων», διευκρινίζει.
«Στο Μέρος Β της έκθεσης, περιλαμβάνονται οι επισημάνσεις στις οποίες δεν έχει υπάρξει συμμόρφωση. Οφείλω να σημειώσω ότι πρόσφατα απέστειλα επιστολές στις αρμόδιες υπηρεσίες, οι οποίες παρουσίαζαν καθυστέρηση, και αρκετές από αυτές ήδη ανταποκρίθηκαν και με ενημέρωσαν για τα μέτρα που έλαβαν προς συμμόρφωση».
Θεσμοθετήθηκε το γραφείο της Επιτρόπου Νομοθεσίας
Ο ρόλος που διαδραματίζει στο εκσυγχρονισμό του κράτους
Στο ρόλο που διαδραματίζει το γραφείο της Επιτρόπου Νομοθεσίας, αλλά και στην κατοχύρωσή του μέσω της πολύ πρόσφατης ψήφισης σχετικής νομοθεσίας από τη Βουλή, αναφέρθηκε η κ. Κλεόπα.
«Από τον διορισμό, το 1971, της πρώτης Επιτρόπου Νομοθεσίας, της αείμνηστης Στέλλας Σουλιώτη, μέχρι και σήμερα, το γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας λειτουργεί αδιάλειπτα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας και στην ενίσχυση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας του κράτους δικαίου. Ο θεσμός του Επιτρόπου Νομοθεσίας αποτελεί τον πρώτο θεσμό Επιτρόπου της Κυπριακής Δημοκρατίας».
Ο Επίτροπος, επισημαίνει, διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για εξαετή θητεία και οι βασικές αρμοδιότητές του περιλαμβάνουν την αναθεώρηση, ενοποίηση, κωδικοποίηση και εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας. «Παράλληλα, το Γραφείο ετοιμάζει μεταφράσεις και ενοποιήσεις νομοθεσίας, συντονίζει και καταρτίζει τις εθνικές εκθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο διεθνών συμβάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και παρακολουθεί την υλοποίηση υποχρεώσεων της εκτελεστικής εξουσίας που απορρέουν από νόμους και κανονισμούς. Η συμβολή του θεσμού είναι καθοριστική, καθώς υπηρετεί τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας και συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου, λειτουργικού και αποτελεσματικού νομικού πλαισίου, προς όφελος της πολιτείας και των πολιτών».
Η ίδια, επισημαίνει, από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων της, τον Νοέμβριο του 2025, έθεσε ως βασικούς στόχους «πρώτον, τη στελέχωση του Γραφείου με μόνιμο προσωπικό και, δεύτερον, τη θεσμοθέτηση του ίδιου του θεσμού. Πρόκειται για δύο ζητήματα καίριας σημασίας, καθώς χωρίς επαρκή και μόνιμη στελέχωση το Γραφείο δεν μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στον ολοένα και αυξανόμενο ρόλο του σε ό,τι αφορά τον εκσυγχρονισμό και την αναθεώρηση της νομοθεσίας».
Σήμερα, εξηγεί η κ. Κλεόπα, έχουν επιτευχθεί και τα δύο. Και η στελέχωση του Γραφείου αλλά και η «ομόφωνη ψήφιση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων του περί Επιτρόπου Νομοθεσίας Νόμου του 2026 (στις 27 Μαρτίου) ο οποίος συνιστά ορόσημο για τον θεσμό και σημαντική εξέλιξη για την ενίσχυση του του ρόλου του».
Ο θεσμός, μέχρι τώρα, δεν στηριζόταν σε ειδικό νόμο, αλλά σε προεδρική πράξη διορισμού, διευκρινίζει και προσθέτει ότι «η θεσμοθέτηση αυτή θωρακίζει την ανεξαρτησία του εκάστοτε Επιτρόπου Νομοθεσίας, αποσαφηνίζει τις αρμοδιότητές του και ενισχύει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, καθώς και τη σύγχρονη και αποτελεσματική λειτουργία του Γραφείου του. Παράλληλα, διασφαλίζει τη συνέχεια και τη σταθερότητα του θεσμού, πέραν προσώπων και συγκυριών, προσδίδοντάς του πιο σαφή και σταθερή θεσμική βάση».
Το βασικό κείμενο του νόμου, αναφέρει η κ. Κλεόπα, συντάχθηκε από την προκάτοχό της και εκκρεμούσε στη Βουλή από το 2022. «Όταν ανέλαβα, προέβηκα σε μετατροπές και διενήργησα εντατικές διαβουλεύσεις με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, με αποτέλεσμα την πρόσφατη ομόφωνη ψήφισή του», λέει, ευχαριστώντας το υπουργείο Δικαιοσύνης και τη Βουλή.
«Ο κυριότερος στόχος που έθεσα ήταν και παραμένει η ουσιαστική συμβολή του Γραφείου στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας, μέσα από τη διενέργεια μελετών, την υποβολή αυτεπάγγελτων εισηγήσεων και την υλοποίησή τους, ιδίως σε ζητήματα που άπτονται της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των διεθνών υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οφείλω να τονίσω ότι με την πλήρη στήριξη της Προεδρίας ο θεσμός ενισχύεται, εξελίσσεται και στελεχώνεται κατάλληλα, και πλέον μπορώ να πω ότι αποκτά τη θέση που του αξίζει», αναφέρει.
Τι αλλάζει μετά τη θεσμοθέτηση του γραφείου
Η θεσμοθέτηση του Επίτροπου Νομοθεσίας, αναφέρει η κ. Κλεόπα, δεν έχει μόνο συμβολική αξία, αλλά επιφέρει και ουσιαστικές, πρακτικές αλλαγές για τη λειτουργία του Γραφείου, μεταξύ των οποίων η σταθερότητα και η συνέχεια.
«Ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας, η παρακολούθηση της εφαρμογής της και η συμβολή στην εκπλήρωση διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας δεν είναι ζητήματα συγκυριακά, αλλά αποστολή που απαιτεί σταθερή βάση, θεσμική αντοχή και προγραμματισμό σε βάθος χρόνου. Υπό αυτή την έννοια, η θεσμοθέτηση ενισχύει την πρακτική δυνατότητα του Γραφείου να λειτουργεί με μεγαλύτερη οργανωτική συνοχή, με σαφέστερο προσανατολισμό και με πιο σταθερό θεσμικό αποτύπωμα», αναφέρει.
Επίσης, προσθέτει η Επίτροπος, επιτρέπει την καλύτερη διαμόρφωση προτεραιοτήτων και τη συστηματικότερη άσκηση του έργου του, χωρίς να εξαρτάται από περιστασιακές ανάγκες ή από τις ιδιαιτερότητες κάθε περιόδου.
«Με άλλα λόγια, δημιουργεί τις προϋποθέσεις, ώστε το έργο του Επιτρόπου Νομοθεσίας να ασκείται με μεγαλύτερη συνέπεια και αποτελεσματικότητα. Παράλληλα, η θεσμοθέτηση ενισχύει και τη θεσμική βαρύτητα του ίδιου του Γραφείου έναντι των λοιπών κρατικών φορέων. Αυτό δεν σημαίνει ότι μεταβάλλεται η φύση του θεσμού, αλλά ότι το έργο και οι εισηγήσεις του αποκτούν πιο σαφές θεσμικό έρεισμα. Αυτό είναι σημαντικό, διότι σε ζητήματα που αφορούν την αναθεώρηση, την ενοποίηση ή τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας, η αποτελεσματικότητα συχνά εξαρτάται, όχι μόνο από την ποιότητα της νομικής εργασίας, αλλά και από το κατά πόσον ο ίδιος ο θεσμός λειτουργεί μέσα σε ένα σαφές, σταθερό και αναγνωρισμένο πλαίσιο. Επομένως, η θεσμοθέτηση δεν περιορίζεται σε μια συμβολική αναγνώριση του θεσμού. Αντιθέτως, ενισχύει στην πράξη τη λειτουργικότητά του, τη θεσμική του συνέχεια και την ικανότητά του να επιτελεί με συνέπεια και αποτελεσματικότητα την αποστολή του», καταλήγει.









