Από την αντίδραση των Βρετανών τη νύχτα που δέχτηκε επίθεση με drone η στρατιωτική βάση Ακρωτηρίου, φαίνεται πως δεν ανέμεναν την επίθεση. Αυτή είναι η εκτίμηση του Δημάρχου Κουρίου κ. Παντελή Γεωργίου ο οποίος έσπευσε επιτόπου μετά το συμβάν.
Ενημερώνοντας τους βουλευτές της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών, ανέφερε ότι τη νύχτα της επίθεσης πληροφορήθηκε το γεγονός από τους Βρετανούς γύρω στις 12.15 μετά τα μεσάνυχτα.
Πήγα επιτόπου και ο κόσμος ήταν πανικόβλητος, είπε ο κ. Γεωργίου, ο οποίος πρόσθεσε πως συζήτησε με τους Βρετανούς το τι δεν γενέσθαι, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της εκκένωσης ή μη του Ακρωτηρίου.
Είπε επίσης πως οι σειρήνες ηχούσαν επί τέσσερις ώρες και όπως ανέφερε, πρώτη φορά έζησε κάτι τέτοιο. Παρατήρησε πως δεν υπήρχε πρωτόκολλο για τις ενέργειες που ενδείκνυτο να αναληφθούν.
Περαιτέρω εξέφρασε ικανοποίηση για την επαφή που είχε με τον υπουργό Εσωτερικών και με την Πολιτική Άμυνα, στελέχη της οποίας μετέβησαν στην περιοχή γύρω στη 1.30-1.45 π.μ.
Ο Δήμαρχος Κουρίου ανέδειξε και μια άλλη πτυχή, που αφορά το κατά πόσον η Πολιτική Άμυνα μπορεί να έχει πρόσβαση ή μη στην περιοχή.
Όπως εξήγησε, η Πολιτική Άμυνα δεν δικαιούτο να έχει πρόσβαση στην περιοχή των Βάσεων, κάτι το οποίο κατέστη δυνατόν με το σκεπτικό ότι η Πολιτική Άμυνα βρίσκεται εκεί υπό την εποπτεία του Δημάρχου.
Είπε επίσης πως ξημέρωνε Δευτέρα και επειδή οι Βρετανοί δεν ξεκαθάριζαν τη θέση τους ως προς την πτυχή της εκκένωσης της Επισκοπής, η απόφαση ελήφθη σε συνεννόηση του ιδίου του Δημάρχου και του υπουργού Εσωτερικών.
«Αποφασίσαμε με τον υπουργό να εκκενώσουμε το Ακρωτήρι επειδή οι Βρετανοί δεν ήταν ξεκάθαροι», είπε ο κ. Γεωργίου.
Υπέδειξε επίσης πως στην περιοχή δεν υπάρχουν ούτε καταφύγια ούτε και σειρήνες για ενημέρωση των πολιτών, κάτι το οποίο πρέπει να ρυθμιστεί.
Ο Δήμαρχος ενημέρωσε τους βουλευτές πως στην Επισκοπή, μετά την εκκένωση επέστρεψαν περίπου 800 άτομα που αντιστοιχούν στο 80% των κατοίκων.


