Η προειδοποίηση της Τεχεράνης, πριν από λίγες ημέρες, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Το ιρανικό καθεστώς ξεκαθάρισε ότι, αν συνεχιστεί ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός, δεν πρόκειται να επιτρέψει την απρόσκοπτη συνέχιση του εμπορίου από τη Θάλασσα του Ομάν μέχρι και την Ερυθρά Θάλασσα. Πίσω από αυτή την απειλή, η σκιά των Χούθι ήταν παραπάνω από ορατή. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι τι υπονοεί η Τεχεράνη, αλλά αν διαθέτει πράγματι τα μέσα για να μετατρέψει την προειδοποίησή της σε πράξη.
Ο δρ Ιλάν Μπέρμαν, ανώτερος αντιπρόεδρος του Αμερικανικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής και πρώην σύμβουλος της CIA, συγκαταλέγεται στους ανθρώπους που γνωρίζουν σε βάθος το ιρανικό καθεστώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτό σκέφτεται και κινείται. Η εκτίμησή του έχει βαρύτητα όχι μόνο λόγω της ειδίκευσης και της εμπειρίας του, αλλά και εξαιτίας της πρόσβασης που έχει σήμερα σε κρίσιμους κύκλους της Ουάσινγκτον. Και, όπως εξηγεί, η ιρανική προειδοποίηση δεν ήταν ούτε τυχαία.
Κατά την ανάλυσή του, η πίεση που ασκείται στα Στενά του Ορμούζ απειλεί να στερήσει από το Ιράν ένα από τα βασικότερα όπλα που είχε στα χέρια του επί χρόνια: τη δυνατότητα να απειλεί τη διεθνή αγορά με ενεργειακό σοκ και, μέσω αυτού, να εκβιάζει πολιτικά. Η αμερικανική στρατηγική, λέει, δεν περιορίζεται απλώς στο να εμποδίσει τις ιρανικές εξαγωγές. Αποσκοπεί στο να κρατήσει τα στενά κλειστά αρκετό χρόνο, ώστε το καθεστώς να πιεστεί οικονομικά και στρατηγικά, να καταστεί πιο ευάλωτο και, εφόσον είναι δυνατόν, να δημιουργηθεί σταδιακά και ένα ευρύτερο μέτωπο συμμάχων γύρω από αυτή την προσπάθεια. Μέχρι στιγμής, βέβαια, η τελευταία επιδίωξη δεν έχει αποδώσει πλήρως. Ο Μπέρμαν, πάντως, απορρίπτει κατηγορηματικά την ιδέα ότι ο αποκλεισμός συνιστά ένδειξη αδυναμίας ή πανικού από αμερικανικής πλευράς. Το αντίθετο, μάλιστα: αντιμετωπίζει την κίνηση ως τμήμα ενός ευρύτερου σχεδιασμού.
Την ίδια στιγμή, σημειώνει, και ο διάλογος εξυπηρετεί τις ανάγκες και των δύο πλευρών. Για το Ιράν λειτουργεί ως τρόπος αποφυγής μιας ανοικτής στρατιωτικής αναμέτρησης, την οποία ο ίδιος θεωρεί μάλλον μακρινό ενδεχόμενο, εκτός ίσως από κάποια περιορισμένα και αποσπασματικά χτυπήματα, και αυτά υπό προϋποθέσεις. Για τις ΗΠΑ, από την άλλη, η διατήρηση συνομιλιών είναι ένας τρόπος να αποτραπεί μια ανεξέλεγκτη άνοδος στην τιμή του πετρελαίου και να παραμείνουν υπό έλεγχο οι αγορές. Το κρίσιμο στοιχείο, όπως προσθέτει, είναι ότι ο κόσμος της ενέργειας και της ναυτιλίας δεν περιμένει παθητικά τις εξελίξεις: έχει ήδη αρχίσει να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα.
Η σημασία της προσαρμογής
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσαρμογής είναι, όπως εξηγεί, η Σαουδική Αραβία. Η χώρα εξήγαγε μέχρι πρόσφατα περίπου 7 με 7,5 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα μέσω των Στενών του Ορμούζ. Τώρα, όμως, έχει ενεργοποιήσει τον αγωγό Ανατολής-Δύσης, ο οποίος διασχίζει ολόκληρη τη σαουδαραβική επικράτεια και καταλήγει σε ένα σημείο εξαιρετικής γεωστρατηγικής σημασίας: το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ, το στενό που ελέγχει την είσοδο στην Ερυθρά Θάλασσα. Εκεί, εκτιμά, ενδέχεται να μεταφερθεί το επόμενο μεγάλο βάρος της αντιπαράθεσης. Διότι όσο οι ιρανικές εξαγωγές από το Ορμούζ περιορίζονται, τόσο μεγαλύτερο μέρος της κυκλοφορίας πετρελαιοφόρων κατευθύνεται προς το άλλο σημείο.
Γι’ αυτό, λέει, η Τεχεράνη ανεβάζει τώρα τους τόνους. Και γι’ αυτό ακριβώς οι Χούθι μπαίνουν ακόμη πιο έντονα στο κάδρο, ως η πιθανότερη επόμενη απειλή για τη ναυσιπλοΐα και ειδικά για τη μεταφορά πετρελαίου. Ο ίδιος, ωστόσο, σπεύδει να βάλει όρια σε αυτή την εκτίμηση. Το Ιράν, εξηγεί, δεν έχει απεριόριστες δυνατότητες να επηρεάσει απευθείας τις εξελίξεις στο Μπαμπ αλ-Μαντάμπ, τόσο λόγω της απόστασης όσο και λόγω των πληγμάτων που έχει ήδη δεχθεί. Παράλληλα, δεν θεωρεί καθόλου δεδομένο ότι οι Χούθι θα παραμείνουν επ’ αόριστον απολύτως ευθυγραμμισμένοι με την Τεχεράνη, αν διακοπεί ουσιαστικά η υποστήριξη που λαμβάνουν από αυτήν. Το παράδειγμα της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, και το κόστος που μπορεί να έχει για μια οργάνωση η πλήρης εμπλοκή σε πολέμους για λογαριασμό του Ιράν, παραμένει απολύτως νωπό.
Η περίπτωση «Σομαλιλάνδη»
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και η Σομαλιλάνδη. Ο πρώην σύμβουλος της CIA δίνει βαρύτητα σε μια εξέλιξη που, όπως επισημαίνει, πολλοί είδαν αλλά λίγοι διάβασαν σωστά: την αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ. Κατά τον ίδιο, η απόφαση αυτή είχε σαφέστατη στρατηγική λογική, ακριβώς επειδή η Σομαλιλάνδη βρίσκεται απέναντι από την Υεμένη και σε άμεση γεωγραφική συνάφεια με το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ.
Όπως εξηγεί, ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπισε το Ισραήλ στα δύο χρόνια του πολέμου στη Γάζα και της παράλληλης περιφερειακής αναμέτρησης ήταν η αδυναμία να διαμορφώσει έναν σταθερό και μακρόπνοο μηχανισμό αποτροπής έναντι των Χούθι. Η μεγάλη απόσταση περιέπλεκε εξαιρετικά τα πράγματα, ενώ οι επιθέσεις της οργάνωσης δεν επηρέασαν μόνο τη ναυσιπλοΐα, αλλά και την κανονικότητα των αεροπορικών συνδέσεων προς και από το Ισραήλ. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Σομαλιλάνδη μπορεί, κατά τον Μπέρμαν, να αποκτήσει ιδιαίτερη αξία για τον ισραηλινό σχεδιασμό: είτε ως πιθανή μελλοντική βάση προωθημένων επιχειρήσεων είτε, έστω, ως κόμβος πληροφοριών και επιτήρησης απέναντι στην Υεμένη. Από την ίδια αφετηρία, σημειώνει, ενισχύεται και το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη Σομαλιλάνδη.

Η Άγκυρα στο κάδρο
Από εκεί και πέρα, είναι εύλογο να τίθεται και το ερώτημα για τον ρόλο της Τουρκίας, η οποία έχει επενδύσει ιδιαίτερα στη Σομαλία και διατηρεί ανοιχτή σύγκρουση με το Ισραήλ. Ο αξιωματούχος του Αμερικανικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής ξεκινά την απάντησή του με μια φράση που λέει πολλά. Όπως σημειώνει, μέχρι το προηγούμενο Σαββατοκύριακο θεωρούσε ότι η Τουρκία του Ερντογάν ήταν ο αδύναμος κρίκος του ΝΑΤΟ, πριν της πάρει την «πρωτιά» η Ισπανία.
Υπενθυμίζει ότι πριν από περίπου ένα τέταρτο του αιώνα Τουρκία και Ισραήλ θα μπορούσαν πράγματι να είχαν οικοδομήσει μια στρατηγική σύγκλιση. Ο λόγος, όπως λέει, ήταν ότι και οι δύο χώρες αισθάνονταν, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, ως «ξένα σώματα» μέσα στη Μέση Ανατολή. Αυτή η συνθήκη, όμως, ανήκει οριστικά στο παρελθόν, λόγω της μετατόπισης της Άγκυρας προς τη Μέση Ανατολή, στην ισλαμιστική της ατζέντα, στη σχέση που ανέπτυξε με το Ιράν, αλλά και σε αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως υπονόμευση της συνοχής του ΝΑΤΟ από τουρκικής πλευράς.
Προσθέτει, μάλιστα, ότι σε συζητήσεις που είχε με ξένους αξιωματούχους —αναφέροντας ρητά το Αζερμπαϊτζάν— άκουσε επανειλημμένα την άποψη πως μεγάλο μέρος της ρητορικής του Ερντογάν απευθύνεται πρωτίστως στην εσωτερική κατανάλωση. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι μια τέτοια ψύχραιμη ανάγνωση μπορεί να είναι πολύ πιο εύκολη στην Ουάσινγκτον απ’ ό,τι στο Ισραήλ. Η ουσία, πάντως, για εκείνον παραμένει μία: όλα αυτά δεν ενισχύουν τη θέση της Τουρκίας στην περιοχή. Την περιορίζουν.
«Αντιφατικά μηνύματα» από το Λευκό Οίκο
Ο Μπέρμαν εντοπίζει το βασικό πρόβλημα όχι μόνο στο πεδίο, αλλά και στην Ουάσιγκτον, κάνοντας λόγο για πολιτική «ομίχλη πολέμου» εκ μέρους του Λευκού Οίκου. Όπως σημειώνει, ο πρόεδρος Τραμπ έχει στείλει αντιφατικά μηνύματα για το τι ακριβώς επιδιώκουν οι Ηνωμένες Πολιτείες έναντι του Ιράν. Υπενθυμίζει ότι τον Ιανουάριο, όταν ξέσπασε η εξέγερση στο Ιράν, η αμερικανική πλευρά άφηνε να εννοηθεί πως θα στηρίξει τους Ιρανούς στην προσπάθειά τους να «απελευθερώσουν τη χώρα τους» με αποτέλεσμα να σφαγιαστούν 36,000 άνθρωπο. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η γραμμή έχει πλέον εγκαταλειφθεί. Αντίθετα, εκτιμά ότι η σημερινή ρητορική της Ουάσιγκτον υπονοεί πως η αλλαγή καθεστώτος έχει ήδη συμβεί. Ο Μπέρμαν διαφωνεί με αυτή την ανάγνωση, υποστηρίζοντας ότι το καθεστός παραμένει ακόμη όρθιο, παρά τα πλήγματα στην κορυφή του.
Η «άλλη Κίνα» της δεύτερης θητείας Τραμπ
Η συζήτηση για το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή. Αφορά όλο και περισσότερο και τη μεγάλη στρατηγική εξίσωση Ηνωμένων Πολιτειών – Κίνας. Και εκεί ακριβώς, σύμφωνα με την ανάλυση του δρα Ίλαν Μπέρμαν, κρύβεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της παρούσας κρίσης: η Ουάσιγκτον του Τραμπ δεν βλέπει σήμερα το Πεκίνο με τον ίδιο τρόπο που το έβλεπε στην πρώτη θητεία Τραμπ.
H πρώτη θητεία, εξηγεί, ήταν εκείνη που σφράγισε οριστικά τη μετάβαση της αμερικανικής σκέψης από την ιδέα της Κίνας ως «υπεύθυνου μετόχου» του διεθνούς συστήματος στην ιδέα της Κίνας ως στρατηγικού ανταγωνιστή. Σήμερα, όμως, η γραμμή της Ουάσιγκτον εμφανίζεται διαφορετική. Όχι φιλική, ασφαλώς, αλλά σαφώς πιο πιο εμπορική, πιο πρόθυμη να κινηθεί σε μια λογική «διαχειριζόμενης αντιπαλότητας». Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να βλέπουν το Πεκίνο ως αντίπαλο, αλλά δεν δείχνουν διατεθειμένες να ανοίξουν ταυτόχρονα όλα τα μέτωπα, ούτε να δώσουν σε κάθε εξέλιξη ιδεολογικό τόνο.
Αυτό, συνεχίζει, δεν σημαίνει ότι η σύγκρουση συμφερόντων μειώνεται. Κάθε άλλο. Η αμερικανική οικονομία και κυρίως η αμερικανική αμυντική βιομηχανία εξακολουθούν να εξαρτώνται σε κρίσιμο βαθμό από σπάνιες γαίες και στρατηγικά ορυκτά, στα οποία η Κίνα διατηρεί σχεδόν μονοπωλιακή θέση.
Άρα ο ανταγωνισμός παραμένει βαθύς και διαρθρωτικός. Η διαφορά, επισημαίνει, είναι ότι η σημερινή Ουάσιγκτον, όπως τη διαβάζει ο Μπέρμαν, εμφανίζεται περισσότερο πρόθυμη να αποδεχθεί ακόμη και έναν περιορισμένο κινεζικό ρόλο, εφόσον αυτός βοηθά στη διαχείριση κρίσεων όπως η ιρανική. Το Πεκίνο, με τη σειρά του, αντιλαμβάνεται τη μετατόπιση και επιχειρεί να την αξιοποιήσει.
Ο δρ Μπέρμαν τοποθετεί αυτή την εκτίμηση μέσα σε μια ευρύτερη εικόνα της κινεζικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή. Πριν από την 7η Οκτωβρίου, λέει, η Κίνα μιλούσε σχεδόν με όλους: με το Ισραήλ, με τα σουνιτικά κράτη του Κόλπου και με το Ιράν, ιδίως μετά τη στρατηγική συμφωνία 25 ετών με την Τεχεράνη το 2021. Μετά την 7η Οκτωβρίου, όμως, αυτή η πολυκαναλική προσέγγιση περιορίστηκε. Το Πεκίνο έδειξε να επενδύει περισσότερο στον άξονα Ιράν – Κόλπος, απομακρυνόμενο από την προηγούμενη ευελιξία του.
Η παρούσα κρίση, τόνιζει, αντί να ενισχύει αυτομάτως την κινεζική θέση, μπορεί και να τη δυσχαιρένει. Σύμφωνα με τον πρώην σύμβουλο της CIA, η στάση της Κίνας προκαλεί πλέον ερωτήματα στα σουνιτικά αραβικά καθεστώτα για το πόσο σταθερός και αξιόπιστος στρατηγικός εταίρος είναι τελικά το Πεκίνο. Από μια αμερικανική σκοπιά, αυτό θα ήταν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα: μια κρίση που, αντί να ανοίξει περισσότερο τον Περσικό Κόλπο στην Κίνα, θα αφήσει πίσω της μειωμένη κινεζική επιρροή.
Η πιο σκληρή, όμως, παρατήρησή του αφορά την ενέργεια. Ερωτηθείς για το πόσο πετρέλαιο συνέχιζε να περνά από το Ορμούζ προς κατευθύνσεις φιλικές προς την Τεχεράνη ή προς την Κίνα, απέφυγε να δώσει αριθμό πλοίων, άλλωστε αυτό άλλαζε μέρα με τη μέρα, έδωσε όμως μια αποκαλυπτική εκτίμηση: περίπου το 20% των προπολεμικών ροών, δηλαδή γύρω στο 1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, εξακολουθούσε να βγαίνει από το Στενό με βασικό προορισμό την Κίνα. Και εκεί συνοψίζεται ίσως όλη η ουσία της υπόθεσης. Όταν κοιτάξει κανείς την ενεργειακή εξίσωση της κρίσης, λέει με νόημα, τότε το συμπέρασμα είναι πως όλοι – αυτοί – οι δρόμοι οδηγούν στην Κίνα.


