29 Μαρτίου, 2026
9:32 πμ

Sinners: ένα ανοικονόμητο φιλμ που σχοινοβατεί ανάμεσα στα είδη και εξυψώνει τη μουσική μπλουζ. Παραμένει, ωστόσο, αρκετά μακριά από ένα αριστούργημα.

Οι πολυσυζητημένοι «Αμαρτωλοί» έφυγαν από το Dolby Theater με τέσσερα χρυσά αγαλματίδια. Ταπεινή συγκομιδή, αν σκεφτείς πως το υβριδικό φιλμ του Ράιαν Κούγκλερ (λίγο αντιρατσιστικό δράμα, λίγο θρίλερ και πλούσιο, βρικολακίσιο horror) έγραψε ιστορία με 16 υποψηφιότητες.

Αλλά, πέρα από τα Όσκαρ, το βασικό ερώτημα παραμένει: είναι το «Sinners» μία αληθινά μεγάλη ταινία; Κατά τη γνώμη μου, όχι και τόσο. Παραδέχομαι όμως, πως διαθέτει το εξής, αδιαμφισβήτητο ατού: είναι ένας ευφάνταστος ύμνος, μια κινηματογραφική αποθέωση της μουσικής μπλουζ, αυτού του «σκοτεινού ήχου» που μοιάζει να ενώνει τον ουρανό και τη γη.

Το ιστορικό πλαίσιο

Όχι τυχαία, η υπόθεση λαμβάνει χώρα στο Κλάρκσντεϊλ του Μισισιπή, κοιτίδα της μπλουζ, κατά τη δεκαετία του ’30. Βρισκόμαστε, δηλαδή, πολλά χρόνια από το 1863 και την 13η Τροπολογία του Συντάγματος που πέτυχε ο Αβραάμ Λίνκολν.

Αλλά, παρά τη φαινομενική απελευθέρωση, οι «μαύροι κώδικες» εξακολουθούν να καθορίζουν ζωές και να μοιράζουν τον κόσμο στο άσπρο και στο μαύρο. Οι λεγόμενοι «νόμοι του Τζιμ Κρόου» φτιάχνουν λεωφορεία, τρένα, σχολεία, νοσοκομεία, εκκλησίες κι εστιατόρια με βάση το χρώμα του δέρματος.

Σε αυτό τον κόσμο λοιπόν, η ελευθερία φαντάζει σαν ψέμα: οι μαύροι μουσικοί παίζουν «για φραγκάτους λευκούς» και ο πόνος πνίγεται σε «ουίσκι από καλαμπόκι», με ξεκούρδιστη κιθάρα και μια ταπεινή φυσαρμόνικα στο χέρι. Η φωτιά του ρατσισμού δεν έχει σβήσει. Καίει παντού, ακόμα και στις -δήθεν πιο φιλελεύθερες- βόρειες πολιτείες: στο Σικάγο, που η μόνη διαφορά του είναι πως έχει «μεγάλα κτίρια αντί φυτείες».

Η γέννηση της μπλουζ

Παράλληλα, στις βαλτώδεις εκτάσεις που γεννάει το δέλτα, καλλιεργούνται καπνά και βαμβάκια. Εκεί είναι που ξεπηδάει η μπλουζ, όμορφη κι εξωτική σαν αγριολούλουδο. Μερικοί θρησκόληπτοι (στην ταινία εκπροσωπούνται από τον πάστορα Τζεντ, μπαμπά του κεντρικού ήρωα) την ονομάζουν «μουσική για μέθυσους», ακόμα και «μουσική του διαβόλου».

Η συγκεκριμένη προκατάληψη έχει την ιστορική της εξήγηση. Συνήθως, το καταφρονημένο αυτό είδος παιζόταν στα λεγόμενα «τζουκ τζόιντ». Εκεί, απελευθερωμένοι σκλάβοι έσβηναν τα ντέρτια τους με μουσική, χορό, ποτό και χαρτοπαίγνιο. Σε ένα τέτοιο «χαμαιτυπείο» χτίζει τη δράση της ταινίας του ο Κούγκλερ.

Αλλά, ο σκηνοθέτης του «Μαύρου Πάνθηρα» δεν επιλέγει το συνηθισμένο, ρεαλιστικό δρόμο. Στη θέση του μάς σερβίρει ένα εκρηκτικό κινηματογραφικό κοκτέιλ: με πολύ μπλουζ, μια δόση αφρικάνικου βουντού, μερικούς βρικόλακες και μπόλικη κέτσαπ στο μπλέντερ…

Σκηνοθετώντας το χάος

Η εντυπωσιακή, πλην παραφουσκωμένη του παραβολή, δικαίως βροντοφωνάζει πως τα άλλοτε μέλη της Κου Κλουξ Κλαν (εκείνα με τους φλεγόμενους σταυρούς) δεν έχουν εξαφανιστεί. Έχουν φορέσει άλλους μανδύες, αλλά εξακολουθούν να διψάνε για αίμα.

Η εν λόγω σκηνοθετική προσέγγιση διεκπεραιώνεται με τρόπο αβανταδόρικο. Φαντάζει bigger-than-life, ακριβώς όπως το φιλμ των 65 χιλιοστών: με τρισδιάστατα τα πρόσωπα και το (ιστορικό) φόντο θολό.

Η απαραίτητη σκηνή ανθολογίας δεν θα μπορούσε να λείπει. Είναι η στιγμή που οι μπλουζίστες του ’30 ξυπνούν τα μουσικά πνεύματα του μέλλοντός τους. Εμφανίζονται τότε, ως γκεστ-σταρ, οι χεβι-μεταλάδες και οι ράπερς  του δύο χιλιάδες και κάτι, για να «τζαμάρουν» στο παλιό πριονιστήριο…

Εντάξει, τότε συνειδητοποιούμε ξεκάθαρα πως παρακολουθούμε κάτι πολύ περισσότερο από ένα «Color Purple» ή  ένα «12 Years a Slave» μετά μουσικής. Πλέον, αφηνόμαστε στην έκσταση της μπλουζ και στο χάος. Σε αυτή την κατάσταση μέθης, τα όρια ανάμεσα στα είδη δεν είναι πια ορατά.

Υβριδικοί συμβολισμοί

Μια πιο απλοϊκή ερμηνεία της ταινίας θέλει τους βρικόλακες να συμβολίζουν άπληστους λευκούς που «πίνουν το αίμα των νέγρων». Έλα όμως που και το μισό από τους μαύρους δίδυμους (ο οσκαρικός Μάικλ Μπ. Τζόρνταν σε ρεσιτάλ ως Σμόουκ και Στακ) θα βρικολακιάσει…

Ας μην ξεχνάμε, πως και το φημισμένο τους μπλουζάδικο φτιάχτηκε με ματωμένα λεφτά, «δανεισμένα» από γκάγκστερ  (στην ταινία ακούγεται το όνομα του Αλ Καπόνε).

Αλλά είπαμε, στους κινηματογραφικούς «Αμαρτωλούς» τα πράγματα είναι μπερδεμένα, τίποτα δεν είναι «άσπρο» ή «μαύρο». Τέλεια προσωποποίηση αυτής της υβριδικής κατάστασης, η passé blanc ηρωίδα (Αφροαμερικανή, δηλαδή, που περνιέται για λευκή) της γλυκύτατης (;) Χάιλι Στάνφιλντ.

Σε αυτό το ανοικονόμητο ντελίριο, ακόμα και ο αιμοβόρος Ιρλανδός βρικόλακας (Ρέμικ), στην ουσία τις δικές του μουσικές ρίζες ποθεί να βρει… Για άλλους συμβολισμούς δεν θα μιλήσω, καθώς μπουρδουκλώθηκα μέσα στο κουβάρι του φιλμ και στην αχρείαστη, καταιγιστική βία του τελευταίου μισάωρου.

Και μια απορία

Από την άλλη, εξακολουθώ να έχω κι εγώ την απορία μου: μήπως τα θρησκευτικά γκόσπελ (του πάστορα-μπαμπά) και τα «ανόσια» μπλουζ (του γιου) δεν έχουν την ίδια καταγωγή; Δεν ξεκίνησαν από κάποια spirituals, τραγουδημένα συνήθως, κάτω από τη στέγη μιας εκκλησίας; Την απόσταση από τα γκόσπελ μέχρι τα μπλουζ  (και αντιστρόφως) δεν την έχουν διανύσει τόσοι και τόσοι μουσικοί, από τον Μάντι Γουότερς ως τον Ποπς Στέιπλς;  

Δυστυχώς, η ταινία δεν θέλησε να με διαφωτίσει. Προτίμησε τον άλλο δρόμο, εκείνο του λευκού και του μαύρου βρικόλακα. Καθαρή η θέση και έντιμος ο τελικός απολογισμός: 370 εκατομμύρια σε εισπράξεις και τέσσερα Όσκαρ. Αλλά όχι μια θέση στο πάνθεον του σινεμά…

Ελεύθερα, 29.03.2026

Exit mobile version