Οι αγορές εμφανίζονται πλέον πιο ανήσυχες για την πορεία της νομισματικής πολιτικής στην ευρωζώνη, με τα στοιχήματα να μετατοπίζονται προς το ενδεχόμενο αυξήσεων επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μέσα στο 2026, υπό την πίεση της κρίσης στη Μέση Ανατολή και των φόβων για νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Σύμφωνα με τα δεδομένα που αποτυπώνονται στα παράγωγα επιτοκίων, οι αγορές βλέπουν πλέον πιθανότητα ακόμη και για δύο αυξήσεις κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες έως το τέλος του έτους. Καθοριστική θεωρείται η συνεδρίαση της ΕΚΤ τον Ιούλιο, για την οποία τα σχετικά στοιχήματα αποδίδουν πλέον πιθανότητες 50%-50% για κίνηση προς τα πάνω.
Την ίδια ώρα, οι οικονομολόγοι διατηρούν σαφώς πιο συγκρατημένη στάση. Στη δημοσκόπηση του Reuters που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή 13 Μαρτίου, επέμειναν στην εκτίμηση ότι δεν αναμένουν καμία αύξηση επιτοκίων μέσα στο 2026.
Αντίθετα, το ECB Watch Tool, το οποίο βασίζεται στα συμβόλαια futures και παρακολουθεί τις προσδοκίες της αγοράς για τα επιτόκια της ΕΚΤ, αποδίδει πιθανότητα 60% για δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά 0,25%, μία τον Ιούλιο και μία ακόμη τον Δεκέμβριο.
Το συγκεκριμένο εργαλείο αντλεί δεδομένα από τη διακύμανση των τιμών στα συμβόλαια παραγωγών για το Euribor, όπως αυτά διαμορφώνονται στο Eurex της Φραγκφούρτης. Μέσα από αλγοριθμική επεξεργασία, μεταφράζει τις κινήσεις στα παράγωγα επιτοκίων σε πιθανότητες για τις επόμενες αποφάσεις της ΕΚΤ.
Αυτή τη στιγμή, το βραχυχρόνιο overnight επιτόκιο €STR παραμένει κοντά στο 1,932%, ακολουθώντας το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ που βρίσκεται στο 2%. Ωστόσο, το Euribor τριμήνου, που αποτελεί το συνηθέστερο επιτόκιο αναφοράς για τα κυμαινόμενα δάνεια, έχει αυξηθεί στο 2,157%, από 2,138% στις 10 Μαρτίου και 2,049% στις 3 Μαρτίου, ένδειξη ότι το κόστος χρήματος αρχίζει να κινείται ανοδικά.
Για την προσεχή συνεδρίαση της ΕΚΤ την Πέμπτη δεν αναμένεται μεταβολή επιτοκίων. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη φρασεολογία που θα χρησιμοποιήσουν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς οποιοδήποτε αυστηρότερο μήνυμα ενδέχεται να ενισχύσει τις πληθωριστικές προσδοκίες και να οδηγήσει τις αγορές χρήματος σε περαιτέρω ανατιμολόγηση των επιτοκίων.
Με βάση τα στοιχεία των αγορών, για τον Απρίλιο του 2026 οι πιθανότητες να παραμείνουν αμετάβλητα τα επιτόκια στο 2% υποχωρούν στο 70%, ενώ ένα 30% των τοποθετήσεων βλέπει ήδη αύξηση.
Για τον Ιούνιο και τον Ιούλιο αλλάζει το κλίμα. Τα παράγωγα αποδίδουν περίπου 50% πιθανότητα για την πρώτη αύξηση τον Ιούλιο, η οποία θα μπορούσε να ανεβάσει το επιτόκιο στο 2,25%. Για τον Ιούνιο, οι πιθανότητες υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων παραμένουν υψηλότερες, κοντά στο 60%.
Για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο έως και τον Δεκέμβριο, τα futures προεξοφλούν ότι το βασικό επιτόκιο μπορεί να κλείσει τη χρονιά στο 2,50%, γεγονός που μεταφράζεται σε δύο συνολικές αυξήσεις με πιθανότητες που αγγίζουν το 60%.
Πιο συντηρητική εμφανίζεται η εικόνα στην πλατφόρμα Polymarket. Για τον Μάρτιο, η πιθανότητα μηδενικής μεταβολής διαμορφώνεται στο 98%, ενώ και για τον Ιούνιο οι πιθανότητες να μην υπάρξει αλλαγή παραμένουν κοντά στο 80%.
Για το τέλος του 2026, το Polymarket αποτιμά την πιθανότητα επιτοκίων πάνω από το 2% περίπου στο 45%, δείχνοντας ότι οι παίκτες της συγκεκριμένης αγοράς δεν έχουν ακόμη πειστεί πλήρως για άμεσες κινήσεις σύσφιγξης.
Στον αντίποδα, οι έρευνες αναλυτών από Reuters και Bloomberg εξακολουθούν να συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ θα παραμείνει αμετάβλητη σε όλη τη διάρκεια του 2026, αναδεικνύοντας το χάσμα που χωρίζει τις αγορές από τις προβλέψεις των οικονομολόγων.
Capital.gr


