Η ενεργειακή πολιτική δεν είναι ένα στενά τεχνικό θέμα. Είναι ζήτημα που αγγίζει κάθε σπίτι και κάθε μικρομεσαία επιχείρηση. Και, σήμερα, η αλήθεια είναι απλή: οι πολλοί πληρώνουμε πανάκριβα το ρεύμα, ενώ λίγοι θησαυρίζουν. Η λεγόμενη «ανταγωνιστική» αγορά ηλεκτρισμού (ΑΑΗ) δεν λειτουργεί για μια μικρή και απομονωμένη χώρα όπως η Κύπρος. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, όλοι οι παραγωγοί πληρώνονται στην υψηλότερη τιμή, άρα το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο: υπερκέρδη για τους λίγους, κανένα κέρδος για τους πολλούς. Την ίδια κατεύθυνση παίρνει και η αποθήκευση ενέργειας, η οποία, αντί να γίνει εργαλείο ασφάλειας του συστήματος, κινδυνεύει να εξελιχθεί στη χρυσοτόκο όρνιθα για λίγους σε βάρος της κοινωνίας. Υπάρχουν εναλλακτικές; Ναι, υπάρχουν. Η Μάλτα λ.χ. εφαρμόζει ήδη ένα μοντέλο που διασφαλίζει χαμηλότερες τιμές για τον πολίτη. Αν η Κυβέρνηση θέλει πραγματικά να προστατεύσει την κοινωνία, μπορεί να το εφαρμόσει κι εδώ. Αν όμως επιμείνει στην ΑΑΗ, τότε δεν υπάρχει καμία δικαιολογία να μην πάρει τουλάχιστον άμεσα μέτρα περιορισμού των υπερκερδών. Στο άρθρο που ακολουθεί εξηγώ το πρόβλημα, αναλύω τα τεχνικά δεδομένα και προτείνω συγκεκριμένες λύσεις. Το ζητούμενο είναι ένα: πολιτική βούληση. Υπάρχει;
Πριν από τρεις και κάτι μήνες είχα αρθρογραφήσει για την ενεργειακή πολιτική, με έμφαση στην κατ’ όνομα «ανταγωνιστική» αγορά ηλεκτρισμού (ΑΑΗ). Είχα επισημάνει τότε ότι, αυτή η αγορά δεν πρόκειται να προσφέρει λύσεις – κυρίως, δεν θα προσφέρει πιο προσιτές τιμές για τους μικρομεσαίους καταναλωτές, στο μικρό και απομονωμένο ηλεκτρικό σύστημα της Κύπρου. Το ενεργειακό μας μείγμα, περιορισμένο ουσιαστικά σε δύο τεχνολογίες -τη συμβατική παραγωγή και τα φωτοβολταϊκά (με ή χωρίς αποθήκευση)- δεν μπορεί να λειτουργήσει με τους όρους που ισχύουν σε μεγάλες σε όγκο, πλούσιες σε αριθμό τεχνολογίες και διασυνδεδεμένες ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού.
Σήμερα επανέρχομαι, γιατί έχουν προκύψει δύο κρίσιμες εξελίξεις:
(α) τα πρώτα αποτελέσματα από τη δοκιμαστική περίοδο της ΑΑΗ, και
(β) η μεγάλη συζήτηση που έχει ανοίξει για την αποθήκευση ενέργειας, με αφορμή την πρόσφατη απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ) για εγκατάσταση συστήματος αποθήκευσης από τον Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Κύπρου (ΔΣΜΚ).
Η ψευδαίσθηση της «ανταγωνιστικής» αγοράς
Η εκτίμηση ότι η ΑΑΗ δεν θα οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές δεν είναι πλέον μόνο θέση δική μου. Είναι άποψη που συμμερίζονται πολλοί, καθότι αναγνωρίζουν ότι η λειτουργία της ΑΑΗ, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, δεν θα οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές και ότι απαιτείται χρόνος με την ελπίδα να φτάσουμε, κάποτε, εκεί. Αυτοί που θεωρούσαν την ΑΑΗ ως πανάκεια θέτουν πλέον διάφορες προϋποθέσεις, όπως την έλευση του φυσικού αερίου (ΦΑ), μεγαλύτερη ευελιξία στο ηλεκτρικό σύστημα κ.λπ. Όταν μιλάνε, δε, για «μεγαλύτερη ευελιξία» υπονοούν διευθετήσεις που θα πληρώσουν άλλοι, όπως μικρότερες, πιο ταχείας απόκρισης, πλην όμως ακριβότερες ανά παραγόμενη κιλοβατώρα, συμβατικές μονάδες της ΑΗΚ και κυρίως δημόσιες επενδύσεις στο δίκτυο.
Τα αποτελέσματα του Ιούνιου από τη δοκιμαστική λειτουργία του της προ-ημερήσιας αγοράς ηλεκτρισμού (αγορά και να πώληση ενέργειας μια μέρα πριν από τον πραγματικό χρόνο παράδοσης) ή της χονδρεμπορικής (ακρογωνιαίου λίθου της ΑΑΗ) δείχνουν αυτό που αναμενόταν.
Ας εξηγήσουμε πρώτα δύο τεχνικά θέματα:
(α) Στην ΑΑΗ, ο λεγόμενος «Λειτουργός της Αγοράς» συγκεντρώνει όλες τις προσφορές πώλησης και αιτήσεις αγοράς και τις εκκαθαρίζει, προσδιορίζοντας τη λεγόμενη «τιμή εκκαθάρισης» για κάθε μισάωρο της ημέρας. Η εκκαθάριση γίνεται με την αντιστοίχιση των προσφορών των παραγωγών με τις αιτήσεις των προμηθευτών, μέχρι να καλυφθεί η ζήτηση της περιόδου που αφορά τη χονδρική αγορά. Η υψηλότερη τιμή (ΝΑΙ, όσο και εάν σας ακούγεται απίστευτο) που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση εντός συγκεκριμένου χρονικού βήματος ορίζει την τιμή εκκαθάρισης για εκείνο το χρόνο.
(β) Καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο, πρέπει, για τεχνικούς λόγους ευστάθειας, να είναι σε λειτουργία μία ελάχιστη στιβαρή και ελεγχόμενη παραγωγή. Αυτή η παραγωγή προέρχεται από τις Υποχρεωτικά Ενταγμένες Συμβατικές Μονάδες (ΥΕΜ). Οι ΥΕΜ φαίνεται πως (ορθά) δεν προσμετρούν στην τιμή εκκαθάρισης της προ-ημερήσιας αγοράς, αν και αυτό ακόμη να οριστικοποιηθεί ακόμη.
Ας πάμε πίσω στα δοκιμαστικά αποτελέσματα Ιουνίου 2025:
Για ένα μέρος της ημέρας, κυρίως τις μεσημβρινές ώρες, κατά το οποίο, πέραν των ΥΕΜ, δεν συμμετέχει άλλη συμβατική παραγωγή, η οποία ως πιο ακριβή θα ανέβαζε τις τιμές εκκαθάρισης, οι τιμές είναι χαμηλές.
Όμως, για τις ίδιες ημέρες, από το απόγευμα μέχρι το βράδυ, όλοι οι παραγωγοί ανεξαρτήτως της προσφοράς που έδωσαν αποζημιώνονται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, καθώς η αποζημίωση καταλήγει για κάποια μισάωρα στην καθορισμένη οροφή των 50 σεντ την κιλοβατώρα. Και αυτό γιατί για τις ώρες αυτές απαιτήθηκε και η συμμετοχή των εξαιρετικά δαπανηρών μονάδων της Μονής.
Ως αποτέλεσμα, η μέση τιμή δεν μειώνεται από τα επίπεδα που ήταν προηγουμένως. Υπό ορισμένες συνθήκες, μπορεί να υπάρξει ακόμα και αύξηση. Αν, για οποιοδήποτε λόγο, πέραν των ΥΕΜ, συμμετέχουν αδιάλειπτα και άλλες μονάδες συμβατικής παραγωγής, τότε σε κανένα μισάωρο της ημέρας η τιμή αποζημίωσης δεν είναι χαμηλότερη των 10 με 12 σεντ, ενώ τις ώρες που δεν υπάρχει ηλιοφάνεια η τιμή εκκαθάρισης/ αποζημίωσης διπλασιάζεται τουλάχιστον.
Το πιο πάνω ήταν προβλέψιμο και είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα του μοντέλου που επιλέξαμε και θα εφαρμόσουμε σε λίγες ημέρες στην Κύπρο, εφόσον όλοι οι παραγωγοί που συμμετέχουν στην προ-ημερήσια αγορά αποζημιώνονται στην τιμή του ακριβότερου παραγωγού ανά μισάωρο, εντός της ζήτησης. Σε μια μεγάλη, διασυνδεδεμένη και διαφοροποιημένη σε τεχνολογίες ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού, η διευθέτηση αυτή, σε περιόδους που δεν υπήρξε κρίση, ήταν ικανοποιητική και αποτέλεσε εργαλείο προς την πράσινη μετάβαση. Σε ένα μικρό και απομονωμένο σύστημα όπως το δικό μας, οδηγεί απλώς σε χρυσές δουλειές για λίγους και σε νέα βάρη για τους πολλούς.
Η αποθήκευση: νέα ευκαιρία ή νέο πεδίο υπερκερδών;
Η απόφαση της ΡΑΕΚ για κεντρική αποθήκευση από τον ΔΣΜΚ αναμένεται να έχει περιορισμένη συνεισφορά, κάτω από το 1% της ετήσιας ζήτησης. Παρόλα αυτά, οι ιδιώτες έχουν ξεσηκωθεί και μιλούν για μονοπώλια και επιβάρυνση του καταναλωτή. Μια μερίδα ΜΜΕ με προθυμία αναπαράγει τη ρητορική αυτή. Ας δούμε με μεγαλύτερη προσοχή το θέμα. Πρώτος στόχος της κεντρικής αποθήκευσης είναι η θωράκιση του δικτύου και επιμέρους στόχος η προστασία μικρών ιδιοκαταναλωτών (φ/β στις στέγες) από αποκοπές. Όμως η ίδια η απόφαση αναφέρει ότι προτεραιότητα (!) θα δίνεται στις ιδιωτικές εγκαταστάσεις αποθήκευσης, όταν αυτές δημιουργηθούν, ώστε να παρέχουν υπηρεσίες στον Διαχειριστή.
Το έργο που θα δούμε είναι αναμενόμενο. Εδώ και χρόνια το ΕΤΕΚ και πολλοί άλλοι ειδικοί προειδοποιούσαν ότι η μεταβατική ρύθμιση οδηγεί σε υπερκέρδη για τα εμπορικά φωτοβολταϊκά. Πράγματι, πριν το 2025 και την εκτόξευση των αποκοπών, το μεσοσταθμικό κόστος παραγωγής (LCOE) για μεγάλα φωτοβολταϊκά ήταν χαμηλότερο από 6 σεντ την κιλοβατώρα, ενώ οι τιμές πώλησης ξεπερνούσαν τα 20 σεντ. Σήμερα, καθώς το κόστος των τεχνολογιών αποθήκευσης έχει μειωθεί, το LCOE για υβριδικά συστήματα (φωτοβολταϊκά με μπαταρίες), κατά τον γενικό κανόνα, μπορεί να είναι και χαμηλότερο από τα 12 σεντ την κιλοβατώρα. Το αποτέλεσμα; Αν δεν υπάρξουν ρυθμιστικές δικλίδες, θα περάσουμε από την εποχή των υπερκερδών των φωτοβολταϊκών πάρκων στην εποχή των υπερκερδών των ιδιωτικών εμπορικών μονάδων αποθήκευσης ή των υβριδικών εμπορικών πάρκών. Είναι ενδεικτικό ότι οι πρώτοι ιδιοκτήτες υβριδικών συστημάτων ή μονάδων αποθήκευσης, θα έχουν την επιλογή να αποθηκεύουν ενέργεια τις μεσημβρινές ώρες, που υπάρχει πλεόνασμα παραγωγής, ώστε ακόμη και τις μεσημβρινές ώρες οι τιμές στην προ-ημερήσια/ χονδρική να μην μειώνονται υπερβολικά, ενώ από το απόγευμα μέχρι το βράδυ θα εξασφαλίζουν πολύ υψηλές τιμές στην προ-ημερήσια, οι οποίες θα ξεκινούν από 20 σεντ και μπορεί να φτάσουν μέχρι και τα 50 σεντ την κιλοβατώρα, όπως έδειξαν τα δοκιμαστικά του Ιουνίου.
Και ας μην κρυβόμαστε: οι ιδιώτες δεν επένδυσαν μέχρι τώρα στην αποθήκευση, όχι επειδή δεν μπορούσαν, αλλά επειδή, παρόλο που στη μεταβατική ρύθμιση η αποθήκευση ήταν μία βιώσιμη επένδυση, το σενάρια να μην κάνουν τίποτε ήταν οριακά πιο κερδοφόρο, έστω και αν αναμενόταν ότι το 2025 οι αποκοπές θα προσέγγιζαν το 40%, ενώ παράλληλα πίεζαν μέχρι τέλους για κρατική επιδότηση. Εδώ, να σημειωθεί πως το 2022, 2023 και 2024 το ποσοστό των αποκοπών ήταν πολύ χαμηλότερο και τούτο είναι η απόδειξη σε όσους αναρωτιόνται ακόμη αν είχαμε χρονιές απροσδόκητων κερδών. Απλώς, η πλεονεξία που τους ώθησε να μην επενδύσουν ακόμη στην αποθήκευση ελπίζοντας σε κρατική επιδότηση και η οριστική έναρξη της ΑΑΗ το προσεχές φθινόπωρο, τους έπιασε εξ απήνης, σύντομα όμως θα ανασυνταχθούν.
Οι συνέπειες για τους πολίτες
Το σημαντικότερο ερώτημα είναι: τι σημαίνουν όλα αυτά για τους καταναλωτές;
- Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, η ΑΑΗ, όπως σχεδιάστηκε, δεν θα φέρει φθηνότερο ρεύμα. Αντί τούτου, για τους οικιακούς καταναλωτές αναμένεται ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της τιμής του ρεύματος.
- Οι ιδιώτες προμηθευτές δεν έχουν κίνητρο να προσελκύσουν οικιακούς πελάτες, διότι το προφίλ κατανάλωσης δεν ταιριάζει με το προφίλ παραγωγής των φωτοβολταϊκών, ενώ παράλληλα οι μεγάλοι εμπορικοί καταναλωτές είναι σαφώς πιο επικερδείς
- Οι χαμηλές τιμές που θα εμφανίζονται κάποιες ώρες στην προ-ημερήσια / χονδρεμπορική δεν αναμένεται να μεταφέρονται στον τελικό καταναλωτή.
- Οι επενδύσεις που καλείται να κάνει η ΑΗΚ για να διασφαλίζει επάρκεια και κάλυψη αιχμών -με πανάκριβες και ευέλικτες μονάδες- φαίνεται πως θα επιβαρύνουν μόνο τους πελάτες της, οι οποίοι, όπως είπαμε, θα παραμείνουν οι μικρομεσαίοι και οι οικιακοί καταναλωτές.
- Αν και η βασική ιδέα είναι να διαχωρίζονται κάθετα οι δραστηριότητες των κρατικών εταιρειών ηλεκτρισμού, ώστε να μην έχουν υπερβολική ισχύ, οι ιδιωτικές εταιρείες στην Κύπρο, που δεν υπόκεινται σε ρύθμιση, άρχισαν να κάνουν το αντίθετο: να συγκεντρώνουν την παραγωγή και την προμήθεια ρεύματος στα ίδια χέρια. Δηλαδή, η ίδια επιχείρηση παράγει και πουλάει το ρεύμα. Παρ’ όλα αυτά, το κράτος δεν παίρνει κανένα μέτρο για να το αποτρέψει.
Στη τελική ανάλυση, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: δημόσιες επενδύσεις και επιδοτήσεις, ιδιωτικά υπερκέρδη, = κόστος που φορτώνεται στον πολίτη και την κοινωνία.
Το αδιέξοδο και οι λύσεις
Είναι φανερό ότι το σημερινό μοντέλο οδηγεί σε αδιέξοδο. Δημόσιες επενδύσεις μεγάλης κλίμακας, που απαιτούνται για την αύξηση της ευελιξίας του συστήματος, δεν επιστρέφουν σε δημόσιο και κοινωνικό όφελος, αλλά μεταφράζονται σε περισσότερα κέρδη για τους λίγους.
Στο προηγούμενο άρθρο μου είχα προτείνει ως λύση το μοντέλο του single buyer, όχι ως μονοπώλιο, αλλά ως εργαλείο κοστοστρέφειας και πραγματικού ανταγωνισμού στην παραγωγή, η οποία αφορά και τη μεγαλύτερη συνιστώσα κόστους στη συνολική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος που πληρώνουμε. Για του λόγου το αληθές, δείτε στον επόμενο λογαριασμό της ΑΗΚ, τι ποσοστό αφορά την προμήθεια. Το μοντέλο αυτό εφαρμόζεται ήδη στην Μάλτα, η οποία καταφέρνει να έχει τιμές ηλεκτρισμού αισθητά χαμηλότερες από τις δικές μας.
Το πλεονέκτημα είναι σαφές: οι δημόσιες επενδύσεις και το επιπλέον κόστος που επωμίζεται η κοινωνία επιστρέφουν με τη μορφή μειωμένων τιμών στον καταναλωτή. Η επιλογή είναι στην Κυβέρνηση.
Σε κάθε περίπτωση, και εάν ακόμα επιλέξει να δοκιμάσει περαιτέρω το μοντέλο της ΑΑΗ, τότε κατ’ ελάχιστον θα πρέπει να εφαρμόσει τα ακόλουθα μέτρα που θα βελτιώσουν το μοντέλο.
Πέντε μέτρα που μπορούν να ληφθούν άμεσα
- Δυναμικά ανώτατα όρια (caps) στα έσοδα και τα περιθώρια κέρδους στη λιανική αγορά.
- Όρια αποζημίωσης για τεχνολογίες με χαμηλό κόστος παραγωγής στη χονδρική αγορά, με αξιοποίηση των υπερκερδών για δημόσιες επενδύσεις σε δίκτυα και καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας.
- Ξεκαθάρισμα παλαιών και αδρανών αδειών ΑΠΕ και χορήγηση νέων άδειών μέσω μειοδοτικών διαγωνισμών, στην λογική συμβολαίων επί διαφορά (contracts for difference).
- Ορθολογική διάχυση της αποθήκευσης, ώστε να δοθεί ηλεκτρικός αλλά και φυσικός χώρος και σε ενεργειακές κοινότητες. Αυτό σημαίνει ότι η αδειοδότηση δεν μπορεί να γίνεται κερδοσκοπικά ή μόνο με τη σειρά προτεραιότητας υποβολής αίτησης, γιατί έτσι θα «κλείσει» ο ηλεκτρικός και φυσικός χώρος από λίγες μεγάλες εταιρείες. Πρέπει να προβλεφθούν ποσοστώσεις και κριτήρια κοινωνικού οφέλους, ώστε να έχουν πρόσβαση και πολίτες, δήμοι και συνεταιρισμοί μέσα από ενεργειακές κοινότητες. Το πάθημα με τα εμπορικά πάρκα ΑΠΕ, θα έπρεπε να είχε γίνει μάθημα.
- Αυστηρή εποπτεία στους ιδιώτες παίκτες, ακόμη και αν δεν έχουν δεσπόζουσα θέση. Η αγορά είναι εξ ορισμού ρυθμιζόμενη και η κοστοστρέφεια οφείλει να εφαρμόζεται σε όλους!
Το ζητούμενο: πολιτική βούληση
Οι λύσεις υπάρχουν. Το ζητούμενο είναι η πολιτική βούληση, η απεξάρτηση από ιδιωτικά συμφέροντα και η επαρκής τεχνογνωσία. Θέλει η Κυβέρνηση να βάλει τέλος στα υπερκέρδη των λίγων και να προστατεύσει τον πολίτη; Θέλει να δώσει πραγματικό νόημα στην πράσινη μετάβαση ή θα συνεχίσει με μισές αλήθειες, αναβολές και μετακινούμενα χρονοδιαγράμματα;
Η κοινωνία δεν αντέχει άλλο να πληρώνει ακριβά το ρεύμα, ενώ βλέπει ότι οι πολιτικές αποφάσεις μεταφράζονται σε κέρδη για λίγους και βάρη για τους πολλούς.
Η ενεργειακή πολιτική δεν είναι ούτε επικοινωνία ούτε στενά τεχνικό ζήτημα. Είναι βαθιά κοινωνικό ζήτημα, που αφορά την καθημερινότητα, την ανταγωνιστικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την ευημερία των οικογενειών. Και εκεί θα κριθεί η Κυβέρνηση.
* Επικεφαλής Κινήματος Άλμα, τέως Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, επισκέπτης Καθηγητής Οικονομικών στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου