Του Javier Blas
Ένα παλιό ρητό στον κόσμο των traders εμπορευμάτων λέει ότι η Μέση Ανατολή “πουλάει υδρογονάνθρακες για να αγοράσει υδατάνθρακες”. Τα κράτη της ερήμου εξάγουν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο τους, και εισάγουν σιτάρι και ρύζι. Ωστόσο, υπάρχουν μερικά προϊόντα που παράγονται στον Κόλπο και είναι ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια παραγωγή τροφίμων: τα αζωτούχα λιπάσματα, όπως η ουρία και η αμμωνία, καθώς και το αέριο που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τους.
Έτσι, ο πόλεμος στο Ιράν – και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ – έχει σημάνει συναγερμό για ένα νέο κύμα παγκόσμιου πληθωρισμού στα τρόφιμα, παρόμοιο με αυτό που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Παρά τους φόβους αυτούς, η αγορά γεωργικών προϊόντων δεν διατρέχει κίνδυνο σήμερα, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Η τιμή του πετρελαίου μπορεί να έχει εκτοξευθεί, αλλά τα άφθονα αποθέματα τροφίμων παγκοσμίως συγκρατούν τις τιμές των εμπορευμάτων.Play Video
Φυσικά, οι συνήθεις επιφυλάξεις ισχύουν και για τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν: Μια παρατεταμένη ή ευρύτερη σύγκρουση θα ανέτρεπε κάθε είδους πρόβλεψη για τις αγορές. Προς το παρόν, όμως, η κατάσταση δεν είναι όπως το 2022, όταν οι δυνάμεις του Βλαντίμιρ Πούτιν επιτέθηκαν στον “σιτοβολώνα της Ευρώπης”, μετατρέποντας τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις σε πεδίο μάχης. Εκείνη την εποχή, η Ρωσία και η Ουκρανία αντιπροσώπευαν συνολικά το ένα τέταρτο των παγκόσμιων εξαγωγών σιταριού και κριθαριού, περίπου το 15% του καλαμποκιού μας και σχεδόν το 50% όλων των ηλιόσπορων.
Αντί για εύφορη γη, ο Τρίτος Πόλεμος του Κόλπου διεξάγεται σε ερήμους και σε μια λωρίδα θάλασσας. Για τους κεντρικούς τραπεζίτες που ανησυχούν για την αύξηση του κόστους των καυσίμων, αυτή είναι μια μάλλον ευπρόσδεκτη διαφορά. Η σταθερότητα στον αγροτικό τομέα προσφέρει μια σημαντική ανάσα όσον αφορά στον πληθωρισμό. Πριν από τέσσερα χρόνια, τα νοικοκυριά ένιωσαν την αύξηση των τιμών στο καλάθι του σούπερ μάρκετ. Μέχρι στιγμής, αυτή τη φορά, τα ποσά που πληρώνουμε για τα είδη διατροφής παραμένουν πιο σταθερά.
Από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου, οι τιμές του σιταριού και του καλαμποκιού έχουν αυξηθεί μόλις κατά 4%. Η σόγια έχει σημειώσει άνοδο περίπου 1%, ενώ το ρύζι έχει υποχωρήσει σχεδόν 6%. Αντίθετα, κατά τους δύο πρώτους μήνες του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, οι ευρωπαϊκές τιμές του σιταριού σκαρφάλωσαν πάνω από 70%, φτάνοντας στο ιστορικό υψηλό των 450 ευρώ. Σήμερα, κυμαίνονται γύρω στα 200 ευρώ.
Η σημασία του ρυζιού συχνά παραβλέπεται στη Δύση, αλλά αποτελεί τη βασική διατροφή για το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένου του περίπου 1 δισεκατομμυρίου υποσιτισμένων ανθρώπων στην Ασία και τη Δυτική Αφρική. Οι χειρότερες διαμαρτυρίες κατά τη διάρκεια της διατροφικής κρίσης του 2007-08 δεν αφορούσαν την τιμή του ψωμιού, αλλά το κόστος ενός πιάτου ρυζιού. Αυτή τη στιγμή, οι τιμές αναφοράς για τα δημητριακά στην ασιατική χονδρική αγορά πλησιάζουν το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 19 ετών, στα 350 δολάρια ανά τόνο.
Δεν είναι μόνο το χονδρεμπόριο στα είδη αυτά που προσφέρει μια ανακούφιση. Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν σταθερές σήμερα, προστατεύοντας τα αρτοποιεία, τις επιχειρήσεις επεξεργασίας τροφίμων και τα σούπερ μάρκετ από τις απότομες αυξήσεις στο κόστος που παρατηρήθηκαν το 2022. Ούτε οι συσκευασίες γίνονται πιο ακριβές – πριν από τέσσερα χρόνια, το κόστος του χαρτονιού και του χάλυβα έφτασε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Ωστόσο, οι “Κασσάνδρες” του κλάδου των τροφίμων δεν έχουν εντελώς άδικο. Υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα σήμερα δεν είναι το κόστος των τροφίμων, αλλά ο αντίκτυπος της ραγδαίας ανόδου των τιμών των λιπασμάτων στις μελλοντικές σοδειές. Τα αζωτούχα λιπάσματα του Κόλπου δεν μπορούν να φτάσουν στην παγκόσμια αγορά μέσω του Ορμούζ. Ταυτόχρονα, η έλλειψη φυσικού αερίου αναγκάζει τα εργοστάσια λιπασμάτων της Ασίας να περιορίσουν την παραγωγή τους.
Οι τιμές της ουρίας στις ΗΠΑ έχουν φτάσει σχεδόν τα 690 δολάρια ανά τόνο, σημειώνοντας αύξηση περίπου 60% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα. Το 2022, η ουρία έφτασε σε ιστορικό υψηλό κοντά στα 900 δολάρια, καθώς ο κόσμος έχασε προσωρινά τον εφοδιασμό από τη Ρωσία και πολλά ευρωπαϊκά εργοστάσια αναγκάστηκαν να βάλουν λουκέτο λόγω της ραγδαίας ανόδου των τιμών του φυσικού αερίου.

Οι απαισιόδοξοι προειδοποιούν ότι χωρίς λιπάσματα, η αγροτική παραγωγή θα καταρρεύσει, προκαλώντας έλλειψη τροφίμων μέχρι την επόμενη συγκομιδή. Οι αποδόσεις των δημητριακών συνήθως μειώνονται κατά περίπου 40% μετά από ένα έτος χωρίς καθόλου αζωτούχα λιπάσματα. Ωστόσο, είναι απίθανο οι αγρότες να διακόψουν αμέσως τη χρήση τους – η μείωση θα γίνει σταδιακά. Οποιαδήποτε επίδραση στις καλλιέργειες θα είναι αρχικά πιο περιορισμένη.
Επιπλέον, τα αζωτούχα λιπάσματα δεν είναι η μόνη θρεπτική ουσία που χρησιμοποιείται στη γεωργία. Τα φωσφορικά άλατα και η ποτάσα είναι εξίσου διαδεδομένα. Η τιμή του χλωριούχου καλίου, ενός λιπάσματος με βάση την ποτάσα, κέρδισε πάνω από 400% στα 1.200 δολάρια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς οι εξαγωγές της Ρωσίας και της Λευκορωσίας περιορίστηκαν. Σήμερα, διαπραγματεύεται στα 370 δολάρια, σχεδόν αμετάβλητη από τότε που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ άρχισαν να βομβαρδίζουν το Ιράν.
Οι ανησυχίες για τα λιπάσματα παραβλέπουν επίσης τον τρόπο λειτουργίας της γεωργικής οικονομίας των περισσότερων αναπτυσσόμενων χωρών. Ειδικά στην Ασία, τα λιπάσματα επιδοτούνται σε μεγάλο βαθμό, οπότε οι υψηλές τιμές δεν προμηνύουν μια επισιτιστική κρίση, αλλά μάλλον ένα δημοσιονομικό σοκ, καθώς οι κυβερνήσεις επωμίζονται το βάρος της αύξησης του κόστους.
Ευτυχώς, σήμερα είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε τις επιπτώσεις του πολέμου. Οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να ενισχύσουν τον αγροτικό τους τομέα, δημιουργώντας δίχτυα ασφαλείας που συμβάλλουν στην αντιστάθμιση του αυξανόμενου κόστους παραγωγής. Οι πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης μπορούν και πρέπει να κάνουν περισσότερα για να προσφέρουν βοήθεια, όπου χρειάζεται. Τα παγκόσμια αποθέματα σιταριού και ρυζιού είναι επίσης άφθονα, μετά από αρκετές καλές χρονιές συγκομιδής.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης των τροφίμων του 2007-08, τα παγκόσμια αποθέματα σιταριού βρεθήκαν στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 26 ετών, περίπου στα 129 εκατομμύρια τόνους. Τώρα βρίσκονται κοντά στο υψηλό, στα 280 εκατομμύρια τόνους. Το ίδιο ισχύει και για το ρύζι, όπου τα αποθέματα ανέρχονταν σε μόλις 75 εκατομμύρια τόνους το 2007-08 και σήμερα στα 190 εκατομμύρια τόνους. Είναι αλήθεια ότι μεγάλο μέρος αυτών συγκεντρώνεται στην Ινδία και την Κίνα, αλλά δημιουργεί ένα απόθεμα ασφαλείας.
Εάν οι ΗΠΑ δεν καταφέρουν να βρουν μια διέξοδο από αυτόν τον πόλεμο, το κόστος της ενέργειας και των λιπασμάτων ενδέχεται να αυξηθεί σε σημείο που η γεωργική βιομηχανία να καταρρεύσει. Δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο.
BloombergOpinion


