23 Μαρτίου, 2026
7:38 μμ

Νόμιμη έκρινε το Διοικητικό Εφετείο τη βεβαίωση ΦΠΑ που αφορούσε προσφορές τύπου 1+1 και την πώληση κυλίνδρων γκαζιού, απορρίπτοντας έφεση εταιρείας που ανήκει σε μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ.

Με απόφαση ημερομηνίας 19 Μαρτίου 2026, το Εφετείο επικύρωσε προηγούμενη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την προσφυγή της εταιρείας κατά φορολογικής βεβαίωσης που είχε εκδοθεί από τον Έφορο Φορολογίας το 2015. Η εταιρεία υποστήριζε ότι ο τρόπος υπολογισμού του φόρου ήταν εσφαλμένος τόσο για τις εμπορικές προσφορές όσο και για τη διάθεση υγραερίου σε κυλίνδρους.

Σε ό,τι αφορά τις προσφορές «αγοράζεις ένα, παίρνεις ένα δωρεάν», η εταιρεία υποστήριξε ότι το δεύτερο προϊόν, το οποίο παραχωρείται χωρίς χρέωση, δεν θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στη φορολογητέα αξία. Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, θέση που υιοθέτησε και το Εφετείο.

Σύμφωνα με τη δικαστική κρίση, οι συγκεκριμένες προσφορές δεν παραδίδονταν από τον προμηθευτή ως ενιαία συσκευασμένα προϊόντα, αλλά διαμορφώνονταν από την ίδια την εταιρεία κατά τη διάθεσή τους στην αγορά. Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν επρόκειτο για ενιαία συναλλαγή, καθώς ο καταναλωτής κατέβαλλε το αντίτιμο για το πρώτο προϊόν στην κανονική του τιμή και λάμβανε το δεύτερο χωρίς αντιπαροχή.

Με αυτό το σκεπτικό, το Εφετείο συμφώνησε ότι ορθά ο Έφορος ενέταξε το δεύτερο προϊόν στην κατηγορία παράδοσης αγαθών χωρίς αντιπαροχή, η οποία υπόκειται στις σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας περί ΦΠΑ. Όπως προκύπτει από την απόφαση, το «δωρεάν» προϊόν θεωρήθηκε φορολογητέο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, επειδή η προσφορά αποτελούσε εμπορική επιλογή της ίδιας της εταιρείας.

Σε σχέση με τους κυλίνδρους γκαζιού, η εταιρεία υποστήριξε ότι το ποσό που χρεωνόταν για τον κύλινδρο δεν συνιστούσε πώληση, αλλά εγγύηση που επιστρεφόταν στον καταναλωτή, καθώς, όπως ανέφερε, η κυριότητα του κυλίνδρου παρέμενε στην ίδια και δεν μεταβιβαζόταν.

Το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό ούτε αυτόν τον ισχυρισμό, κρίνοντας ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε σχετική τεκμηρίωση. Όπως καταγράφεται στην απόφαση, η θέση αυτή δεν αποδείχθηκε από την εφεσείουσα, η οποία περιορίστηκε στην προβολή του ισχυρισμού χωρίς τα αναγκαία στοιχεία που να τον στηρίζουν.

Καθοριστικής σημασίας θεωρήθηκε και το γεγονός ότι η ίδια η εταιρεία χρέωνε τον κύλινδρο ως ξεχωριστό προϊόν. Το Εφετείο έκρινε ότι αυτή η παραδοχή καθιστούσε τη φορολογική βεβαίωση εύλογη και δεν δικαιολογούσε δικαστική παρέμβαση, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους λόγους έφεσης ως προς τη φορολόγηση των κυλίνδρων.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε επίσης από το Δικαστήριο στα όρια του δικαστικού ελέγχου επί διοικητικών πράξεων. Το Εφετείο υπενθύμισε ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου εκδόθηκε στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Εφόρου Φορολογίας, δυνάμει του Άρθρου 49(1) του Νόμου 95(Ι) του 2000, και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε αρμοδιότητα να ασκήσει έλεγχο ουσίας επί της φορολογίας στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Καταλήγοντας, το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση της εταιρείας, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και τη στάση της διοίκησης και επιδίκασε ποσό 3.000 ευρώ ως δικαστικά έξοδα σε βάρος της εφεσείουσας.

ΚΥΠΕ

Exit mobile version