Η πρόσφατη ανακοίνωση της ΟΕΒ, με την οποία εκφράζεται απογοήτευση για την αναβολή της εξέτασης των νομοσχεδίων που αφορούν την εργοδότηση νοσηλευτών από τρίτες χώρες, καταλήγει με την προτροπή ότι «ήρθε η ώρα ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του».
Συμφωνούμε. Είναι πράγματι ώρα να αναληφθούν ευθύνες. Όμως οι ευθύνες αυτές δεν μπορούν να αναζητούνται επιλεκτικά, ούτε να μεταφέρονται βολικά στις συντεχνίες και στους επαγγελματίες του κλάδου που ζητούν διάλογο, τεκμηρίωση και ουσιαστικές λύσεις.
Την ώρα που η ΟΕΒ καλεί «τον καθένα να αναλάβει τις ευθύνες του», θα περίμενε κανείς να ακούσει πρώτα μια στοιχειώδη αυτοκριτική από την πλευρά των εργοδοτών του ιδιωτικού τομέα υγείας. Γιατί είναι οι ίδιοι που για χρόνια αρνούνται την υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, διατηρούν καθηλωμένους τους μισθούς των νοσηλευτών και αντιμετωπίζουν το επάγγελμα με όρους κόστους, αντί με όρους ποιότητας, αναγνώρισης και προοπτικής.
Για χρόνια, στον ιδιωτικό τομέα υγείας επικράτησε μια λογική που έβλεπε τους νοσηλευτές όχι ως επιστήμονες και επαγγελματίες, με καθοριστικό ρόλο στο σύστημα υγείας, αλλά ως εργαζόμενους των οποίων το κόστος πρέπει να συγκρατείται. Οι χαμηλοί μισθοί, η απουσία συλλογικών ρυθμίσεων και η έλλειψη πραγματικών κινήτρων δεν είναι άσχετα με τη σημερινή κατάσταση.
Με λίγα λόγια, κάποιοι δώσαμε μάχες για να αναβαθμιστεί το επάγγελμα και κάποιοι άλλοι το υποβάθμιζαν, φτάνοντας να αποκαλούν τους νοσηλευτές «νοσοκομούθκια». Αυτή η αντίληψη συνέβαλε ώστε πολλοί νέοι άνθρωποι να απομακρυνθούν από τη νοσηλευτική και να στραφούν προς άλλες επαγγελματικές επιλογές.
Κι όμως, αντί να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για το πώς θα αναβαθμιστεί το επάγγελμα, πώς θα βελτιωθούν οι όροι εργασίας και πώς θα δημιουργηθούν πραγματικά κίνητρα, προωθείται ως εύκολη λύση η εργοδότηση νοσηλευτών από τρίτες χώρες.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη υποκρισία της συζήτησης. Επιχειρείται να παρουσιαστεί ως αυτονόητη μια ανάγκη, χωρίς να έχει παρουσιαστεί μέχρι σήμερα το βασικό εργαλείο που θα μπορούσε να την τεκμηριώσει: ένα ολοκληρωμένο capacity plan, μια επιστημονική και αντικειμενική αποτύπωση των πραγματικών αναγκών του τομέα υγείας. Χωρίς τέτοιο σχεδιασμό, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με ακρίβεια ποιες είναι οι ανάγκες, πόσες είναι, πού εντοπίζονται και κατά πόσο τα στοιχεία που παρουσιάζονται ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή εξυπηρετούν άλλες επιδιώξεις.
Πριν, λοιπόν, από οποιαδήποτε νομοθετική αλλαγή και πριν από οποιαδήποτε πίεση για άνοιγμα της αγοράς εργασίας σε προσωπικό από τρίτες χώρες, το πρώτο που όφειλαν να κάνουν όσοι επικαλούνται το δημόσιο συμφέρον ήταν να παρουσιάσουν τα πραγματικά δεδομένα. Να τεκμηριώσουν με διαφάνεια τι χρειάζεται το σύστημα, πού χρειάζεται και γιατί.
Αντί αυτού, επιχειρείται να περάσουν ρυθμίσεις που ανοίγουν όχι απλώς ένα παράθυρο, αλλά μια ολόκληρη πύλη. Ρυθμίσεις για εγγραφή νοσηλευτών από τρίτες χώρες και για γλωσσικά κριτήρια χαμηλότερα από αυτά που απαιτεί η ίδια η φύση του επαγγέλματος, χωρίς σαφές πλαίσιο ελέγχου, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις και χωρίς να έχει προηγηθεί ολοκληρωμένος διάλογος με τους αρμόδιους φορείς.
Το ζήτημα της γλώσσας δεν είναι μια τυπική λεπτομέρεια. Η νοσηλευτική προϋποθέτει συνεχή, ουσιαστική και ακριβή επικοινωνία με τον ασθενή, την οικογένεια, τον γιατρό και την υπόλοιπη ομάδα υγείας. Δεν μπορεί, λοιπόν, να αντιμετωπίζεται με χαλαρότητα ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα.
Την ίδια ώρα, υπάρχει και μια άλλη παράμετρος που κάποιοι επιλέγουν να αποσιωπούν. Στην Κύπρο και στην Ελλάδα αποφοιτούν κάθε χρόνο νέοι Κύπριοι νοσηλευτές. Ποια θα είναι η θέση αυτών των νέων ανθρώπων μέσα σε ένα περιβάλλον όπου, αντί να δίνονται κίνητρα για να εργαστούν στον τόπο τους, ανοίγει ο δρόμος για εισαγωγή φθηνότερου εργατικού δυναμικού;
Η διαφωνία με αυτές τις ρυθμίσεις δεν έχει καμία σχέση με ξενοφοβία. Οι εργαζόμενοι, ανεξαρτήτως χώρας προέλευσης, είναι συνάδελφοι και αξίζουν σεβασμό, δικαιώματα και αξιοπρεπείς όρους εργασίας. Ακριβώς γι’ αυτό όμως δεν πρέπει να μετατρέπονται σε εργαλείο πίεσης προς τα κάτω για τους μισθούς, ούτε σε μοχλό υποβάθμισης ενός ολόκληρου επαγγέλματος.
Αν πραγματικά κάποιοι θέλουν να αναλάβουν τις ευθύνες τους, τότε ας ξεκινήσουν από τα αυτονόητα. Ας προχωρήσουν σε σοβαρό διάλογο, ας παρουσιάσουν επιτέλους το capacity plan, ας δώσουν απαντήσεις με στοιχεία και όχι με γενικόλογες αναφορές, ας δεσμευτούν για αξιοπρεπείς μισθούς και σωστές συνθήκες εργασίας, ας δεχτούν να διαπραγματευτούν Παγκύπρια Κλαδική Συλλογική Σύμβαση στα ιδιωτικά νοσηλευτήρια.
Γιατί η υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογικές εργοδοτικού κόστους. Και η νοσηλευτική δεν μπορεί να επιβιώσει ως επάγγελμα, αν συνεχίσει να υπονομεύεται από εκείνους που σήμερα εμφανίζονται δήθεν ανήσυχοι για τη λειτουργία του συστήματος.
Επομένως, ναι, ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του. Πρώτοι όμως ας τις αναλάβουν εκείνοι που για χρόνια κρατούσαν καθηλωμένους τους μισθούς, που δεν υπογράφουν συλλογικές συμβάσεις, που δεν παρουσιάζουν τα πραγματικά δεδομένα και που, αντί να δώσουν κίνητρα στους νέους να σπουδάσουν και να μείνουν στο επάγγελμα, επιλέγουν τη λύση του φθηνού εργατικού δυναμικού.
* Επικεφαλής Κλαδικής Επιτροπής Εργαζομένων Ιδιωτικών Νοσηλευτηρίων ΣΕΒΕΤΤΥΚ ΠΕΟ










