Δημοσιογραφική διάσκεψη παρέθεσε η υπεύθυνη της ομάδας επικοινωνίας της Νομικής Υπηρεσίας, Πολίνα Ευθυβούλου, για την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας να αθωώσει τον Δημήτρη Συλλούρη και τον Χριστάκη Τζιοβάννη σε σχέση με την πολύκροτη υπόθεση με το βίντεο του Al Jazeera. Υπενθυμίζεται ότι μέσα από την απόφαση 170 σελίδων της πλειοψηφίας της τριμελούς σύνθεσης του του Δικαστηρίου ουσιαστικά αποδομούνται όλες οι κατηγορίες εναντίον τους, αφού καμία εξ αυτών δεν στοιχειοθετήθηκε.
Η Νομική Υπηρεσία επιβεβαίωσε την είδηση του philenews ότι θα καταχωρήσει έφεση κατά της χθεσινής απόφασης και αναλύθηκαν οι λόγοι που οδήγησαν στην κατ’ ισχυρισμό λανθασμένη κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με τους μάρτυρες που δεν κλήθηκαν ή για λανθασμένες νομικές ερμηνείες. Σημειώνεται ότι στην απόφαση των επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας σε συνεννόηση με τη δικηγόρο που παρουσίασε την υπόθεση στο Δικαστήριο, προσμέτρησε το γεγονός ότι πρόκειται για ετυμηγορία πλειοψηφίας και μειοψηφίας, ενώ παράλληλα διαπιστώνονται νομικά σφάλματα.
Συγκεκριμένα, η κ. Πολίνα Ευθυβούλου ανέφερε:
«Αποφάσεις των Δικαστηρίων είναι σεβαστές αλλά δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα να διαφωνούμε. Θα ασκηθεί εφεση γιατί έχουν εντοπιστεί δικαστικά σφάλματα. Το τεκμήριο της αθωώτητας είναι σεβαστό αλλά δεν αλλάζει το δικαίωμα της έφεσης. Στην απόφαση της μειοψηφίας σημειώνουμε ότι η δικαστής είχε καταλήξει ότι θα προχωρούσε σε καταδίκη και των 2 κατηγορούμενων σε 1 από τις 3 κατηγορίες.
Η απόφαση οδήγησε τον κόσμο στο να διατυπώνει κάποια εύλογα ερωτήματα. Γιατί το βίντεο που όλοι είδαμε δεν παρουσιάστηκε ως μαρτυρία; Το βίντεο στην πορεία της εξέλιξης της υπόθεσης παραδόθηκε αμοντάριστο και μελετήθηκε. Είναι σημαντικό να καταλάβουν όλοι ότι για να παρουσιαστεί κάποια μαρτυρία πρέπει να είναι νόμιμη. Αν είναι προϊόν παράνομης ενέργειας δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως μαρτυρία. Ως εκ τούτου, λάβαμε ως μάρτυρες τα πρόσωπα που συμμετείχαν στις συνομιλίες».
Γιατί απουσίαζαν οι πιο βασικοί μάρτυρες
Στη συνέχεια η κ. Ευθυβούλου έδωσε απαντήσεις για τους μάρτυρες, εξηγώντας ότι εντοπίστηκαν δύο πρόσωπα, οι μαρτυρίες των οποίων ήταν αρκούντως σημαντικές για τις κατηγορίες 4 και 5, στην ποινική δίκη. Όπως ξεκαθάρισε, “η μία μάρτυρας ανέφερε πως δεν διαμένει στη Δημοκρατία και ο δεύτερος μάρτυρας εγκατέλειψε ξαφνικά τη χώρα τον Οκτώβριο του 2024. Ο δεύτερος είχε δώσει στην Αστυνομία πέντε καταθέσεις και με βάση αυτές η μαρτυρία του ήταν καθ’ όλα ουσιώδης για την απόδειξη της υπόθεσης και ειδικότερα αναφορικά με τις κατηγορίες 4 και 5. Περί τον Σεπτέμβριο του 2024 και πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, έγινε επικοινωνία της Κατηγορούσας Αρχής με τον μάρτυρα, ο οποίος είχε δηλώσει την προθυμία του να δώσει τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο στη βάση των καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία.
Μέσα στον Οκτώβριο του 2024 ο ίδιος ενημέρωσε την Κατηγορούσα Αρχή ότι είχε μεταβεί επειγόντως στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λονδίνο ένεκα ιατρικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, με σκοπό τη διερεύνηση τους, και ακολούθως θα επέστρεφε στη Δημοκρατία. Όπως διαβεβαίωσε την Κατηγορούσα Αρχή, συνέχιζε να διατηρεί προθυμία για να έρθει στο Δικαστήριο και να δώσει τη μαρτυρία του.
Σε μεταγενέστερο στάδιο, και ειδικότερα αρχές Ιανουαρίου του 2025, και παρόλο που από διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις που έγιναν σ’ αυτόν, έδινε απαντήσεις που διαφοροποιούσε τη θέση του, δίνοντας την εντύπωση ότι ανατρέπει την κατάθεσή του και ότι αλλάζει τη θέση του, ο ίδιος πρότεινε να δώσει τη μαρτυρία του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, καθότι θα έπρεπε να παραμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο και ήταν άγνωστος ο χρόνος επιστροφής του στη Δημοκρατία. Στη συνέχεια, απέστειλε έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 9.01.25, στο οποίο ο μάρτυρας έκανε για πρώτη φορά αναφορά σε απειλές που αφορούν τη ζωή του, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει σε οποιοδήποτε στάδιο την πηγή των απειλών του.
Όταν η υπόθεση πλέον ορίστηκε για ακρόαση στις 27.01.25, έγινε επικοινωνία της Κατηγορούσας Αρχής εκ νέου μαζί του, έτσι ώστε να ενημερωθεί για τις ημερομηνίες ακρόασης. Ρωτήθηκε κατά πόσο ο ίδιος εναλλάσσεται να δώσει μαρτυρία μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, όπως άλλωστε είχε προτείνει. Ο ίδιος ανέφερε ότι αυτό αποτελεί και δική του επιθυμία. Ως εκ τούτου, προχώρησα άμεσα με την υποβολή αιτήματος μέσω των αρμόδιων αρχών της Δημοκρατίας, έτσι ώστε να επιτραπεί στον εν λόγω μάρτυρα να δώσει μαρτυρία μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης.
Μετά την υποβολή του αιτήματος και κατόπιν ιδιαίτερα των δηλώσεων των δικηγόρων υπεράσπισης, οι οποίοι προτίθεντο να εγείρουν ένσταση στην αίτηση της Κατηγορούσας Αρχής, επικαλούμενοι μεταξύ άλλων το γεγονός ότι το ιατρικό πιστοποιητικό δεν ήταν πρόσφατο, προσπάθησα να έρθω σε επικοινωνία μαζί του. Ο λόγος ήταν ο σκοπός και η δυνατότητα εξασφάλισης κάποιου πρόσφατου ιατρικού πιστοποιητικού, με πρόθεση όπως αυτό παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, για σκοπούς του αιτήματος που είχε υποβληθεί.
Ο μάρτυρας κατά περίεργο λόγο δεν ανταποκρίθηκε στις κλήσεις, οι οποίες συνεχίστηκαν όλη την εβδομάδα, επικοινώνησε τελικά μαζί μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος στις 31.01.25, όπου ανέφερε ότι δεν ανταποκρίθηκε στα τηλεφωνήματα λόγω προβλημάτων υγείας. Απέστειλε με δική του πρωτοβουλία νέο ιατρικό πιστοποιητικό και στη βάση αυτού ζήτησε όπως να επικοινωνώ μαζί του μόνο γραπτώς, επικαλούμενος ξαφνικά ότι η κατάσταση υγείας του δεν του επιτρέπει να μιλά στο τηλέφωνο, αφού αυτές οι τηλεφωνικές επικοινωνίες του προκαλούν άγχος και στρες.
Δήλωσε εκ νέου την πρόθεση του για να δώσει μαρτυρία μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης και δήλωσε ετοιμότητα να έρθει σε συνεννόηση με τις αγγλικές αρχές για εικονοτηλεδιάσκεψη. Μάλιστα, στη συνέχεια της ίδιας επικοινωνίας, έδωσε τα πλήρη στοιχεία διεύθυνσης του, έτσι ώστε να διευθετηθεί η διεξαγωγή της εικονοτηλεδιάσκεψης. Την 3.02.25 τελικά οι δικηγόροι των κατηγορουμένων άλλαξαν στάση και δήλωσαν ότι δεν θα έκαναν ένσταση στο αίτημα για εικονοτηλεδιάσκεψη.
Λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 6.02.25 απροειδοποίητα ο μάρτυρας απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο δήλωσε ότι δεν προτίθεται να δώσει πλέον μαρτυρία στο Δικαστήριο. Επικαλέστηκε τα προβλήματα υγείας του ως λόγο για τον οποίο δεν είναι σε θέση πλέον να δώσει μαρτυρία ούτε και μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, δήλωσε ότι όλη η αλήθεια είναι στις καταθέσεις του, αλλά ο ίδιος πλέον δεν επιθυμεί να δώσει τέτοια μαρτυρία. Στο ίδιο μήνυμα ανέφερε ότι θα απενεργοποιήσει το κινητό του για να αποφύγει οποιαδήποτε περαιτέρω επικοινωνία με την Κατηγορούσα Αρχή.
Όσον αφορά την πρώτη μάρτυρα, η οποία ήταν μια εκ των δύο υπο κάλυψη δημοσιογράφων του Al Jazeera, αυτή ταξίδεψε στη Δημοκρατία τον Απρίλιο του 2021 και έδωσε δύο γραπτές καταθέσεις στην Αστυνομία,. Περί τον Ιούνιο του 2022 και πριν από την καταχώρηση της υπόθεσης, έγινε επικοινωνία του ανακριτή της υπόθεσης με την πιο πάνω αναφερόμενη, έτσι ώστε να επιβεβαιωθεί η πρόθεση της για να δώσει τη μαρτυρία της στο πλαίσιο της υπόθεσης που επρόκειτο να καταχωρηθεί. Στις 13.06.22 η μάρτυρας μέσω του προϊστάμενου της, έδωσε γραπτώς την προθυμία της για να δώσει τη μαρτυρία της στο πλαίσιο της υπόθεσης.
Περαιτέρω, κατά τον ίδιο χρόνο, η κυπριακή Αστυνομία ενημέρωσε εκ νέου τον προϊστάμενο του πρακτορείου Al Jazeera ότι η λήψη κατάθεσης από μέρους του δεύτερου υπό κάλυψη δημοσιογράφου ήταν σημαντική για την υπόθεση. Ως εκ τούτου, ζητήθηκαν εκ νέου στοιχεία επικοινωνίας του με στόχο τη λήψη κατάθεσης από αυτόν. Η επικοινωνία της Αστυνομίας με το πρακτορείο Al Jazeera για το ίδιο θέμα συνέχισε, όπου τον Οκτώβριο του 2022 επιβεβαιώθηκε και πάλι η πρόθεση της να δώσει τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο.
Κατ’ εκείνο το στάδιο και ένεκα κάποιας επέμβασης στην οποία είχε υποβληθεί η εν λόγω μάρτυρας, αλλά και λόγω προηγούμενης της δήλωσης, προτάθηκε από την ίδια αν υπήρχε η ευχέρεια να δώσει τη μαρτυρία της με εικονοτηλεδιάσκεψη από την πρεσβεία της Κύπρου στη Ντόχα. Ο ανακριτής της υπόθεσης απαντώντας στην ηλεκτρονική αλληλογραφία, ενημέρωσε τη μάρτυρα ότι για να δοθεί η μαρτυρία από το εξωτερικό θα πρέπει να συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι, τους οποίους θα εξετάσει το Δικαστήριο. Ο ίδιος συνέχισε την επικοινωνία χωρίς ωστόσο να λάβει απαντήσεις.
Στη συνέχεια επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση στη μεταξύ τους ηλεκτρονική αλληλογραφία, ο ανακριτής της υπόθεσης έστειλε μήνυμα στο προσωπικό τηλέφωνο του προϊστάμενου του πρακτορείου Al Jazeera, ζητώντας τη συνδρομή του, έτσι ώστε να έρθει σε απευθείας επικοινωνία με τη μάρτυρα.
Η απάντηση που είχε λάβει τότε ήταν ότι η μάρτυρας δεν εργάζεται πλέον μαζί τους. Στη συνέχεια, περί τον Απρίλιο του 2024, ο ανακριτής της υπόθεσης απέστειλε γραπτό μήνυμα στη μάρτυρα, στο οποίο του είχε απαντήσει ότι θα τον καλούσε την επόμενη μέρα. Την επόμενη μέρα και αφού δεν τον είχε καλέσει, αποστάλθηκε εκ νέου μήνυμα και της ζητήθηκε ηλεκτρονική διεύθυνση για σκοπούς επικοινωνίας.
Στάλθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ρωτήθηκε κατά πόσο ήταν πρόθυμη να έρθει στην Κύπρο, για να δώσει τη μαρτυρία της, εξηγώντας της τη διαδικασία ή κατά πόσο υπήρχαν σοβαροί λόγοι που δεν επέτρεπαν σε αυτή τη μετάβαση της στην Κύπρο. Στις 6.06.24 η μάρτυρας απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα ότι δεν ήταν πλέον πρόθυμη να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο.
Ο ανακριτής με ηλεκτρονικό μήνυμα τους την ρώτησε κατά πόσο είναι πρόθυμη να δώσει τέτοια μαρτυρία μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Ωστόσο, δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση. Έγιναν προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον αριθμό που είχε δηλώσει στην Αστυνομία, ωστόσο το τηλέφωνο δεν ανταποκρινόταν. Στάλθηκαν εκ νέου ηλεκτρονικά μηνύματα προς τη μάρτυρα χωρίς κάποια απάντηση.
Τον Ιανουάριο του 2025 ο ανακριτής απέστειλε εκ νέου ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον προϊστάμενο του Al Jazeera, με σκοπό τον εντοπισμό της, αλλά δεν έλαβε ποτέ απάντηση. Τέλος, έγιναν όλες οι προσπάθειες εντοπισμού της, μέσω και των υπηρεσιών Interpol και Europol, χωρίς όμως κανένα θετικό αποτέλεσμα. Με αποτέλεσμα να έχουν εξαντληθεί όλοι οι διαθέσιμοι μηχανισμοί προς τον εντοπισμό της και αυτός να έχει καταστεί ανέφικτος.
Μετά και τα πιο πάνω, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είχε άλλο περιθώριο και έδωσε αναστολή για τις κατηγορίες 4 και 5.
«Αλίμονο αν η κοινωνία δεν μας στηρίξει, έχουμε δεχθεί βομβιστικές επιθέσεις»
«Λέγοντας αυτά είμαι εδώ για έναν ακόμα σοβαρό λόγο. Δεν μπορεί να μείνουμε σιωπηλοί σε αυτή την προσπάθεια αποδόμησησης του λειτουργήματος των δημόσιων κατηγόρων και οι δικηγόροι της Δημοκρατίας να κρατούν θερμοπύλες. Κάθε φορά που πάμε ενώπιον του Δικαστηρίου εκπροσωπούμε τη Δημοκρατία. Οι φυλακές είναι γεμάτες γιατί αυτοί οι άνθρωποι εργάζονται καθημερινά. Έχουν να κάνουν με τον υπόκοσμο, με το οργανωμένο έγκλημα. Αλίμονο αν τα πολιτικά κόμματα, αν τα ΜΜΕ, αν η κοινωνία δεν μας στηρίξει. Έχουμε δεχθεί βομβιστικές επιθέσεις, κοιτάζουμε κάθε μέρα κάτω από τα αυτοκίνητά μας. Έγιναν εμπρησμοί Δικαστηρίων. Δεν είναι αυτοσκοπός οι καταδίκες», είπε η κ. Ευθυβούλου.
Σε ερώτηση δημοσιογράφου τι ήταν αυτό που οδήγησε στη σημερινή διάσκεψη, η κ. Ευθυβούλου απάντησε πως το ότι «δημοσιογράφοι και κόμματα έχουν βγει να αποδομήσουν τους λειτουργούς του ποινικού τομέα είναι επικίνδυνο και λειτουργεί εις βάρος μας. Αν δεν έχουμε τη δύναμη να βγούμε στην πρώτη γραμμή θα καταρρεύσει ολόκληρο το σύστημα Δικαιοσύνης. Πρέπει να υπάρχει πέπλο προστασίας από όλους. Δεν θέλουμε μειδενισμό του έργου μας. Δεν γίνεται να το αποδεκτούμε».
Λαμβάνοντας το λόγο, ο κ. Ανδρέας Αριστείδης, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, χαρακτήρισε ντροπή το γεγονός ότι δημοσιογράφος ανέφερε σε χθεσινό δελτίο ειδήσεων πως «Η Νομική Υπηρεσία δεν φημίζεται για τις επιτυχίες της».
«Τα οικονομικά εγκλήματα, παγκόσμια, είναι τα πιο δύσκολα να αποδειχθούν», ανέφερε σε άλλο σημείο των δηλώσεών της η κ. Ευθυβούλου. Επομένως «δεν θα συμφωνήσω ότι δεν υπήρξε τιμωρία. Καθημερινά έχουμε καταδίκες για καταχρήσεις εξουσίας. Νιώθω ότι αυτή η εικόνα που δημιουργείται δεν είναι αντικειμενική». Σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου, η κ. Ευθυβούλου ανέφερε πώς κλήθηκαν όλοι οι μάρτυρες που έπρεπε στην υπόθεση του Al Jazeera. «Διαφωνούμε με τις αναφορές για λανθασμένες νομικές ενέργειες», κατέληξε.










