Δεν υπάρχει μία μοναδική «συνταγή» διατροφής που να εγγυάται μακροζωία για όλους. Ιδιαίτερα στις πολύ προχωρημένες ηλικίες, τα δεδομένα δείχνουν ότι η εξατομικευμένη προσέγγιση στη διατροφή μπορεί να παίζει καθοριστικό ρόλο.
Παρότι τα τελευταία χρόνια η υγιής γήρανση ταυτίζεται συχνά με αυστηρά φυτικές δίαιτες, μια νέα εκτεταμένη μελέτη από την Κίνα έρχεται να αμφισβητήσει αυτή τη μονοδιάστατη αντίληψη. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι ηλικιωμένοι που καταναλώνουν κρέας φαίνεται να έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να φτάσουν τα 100 χρόνια ζωής, ιδίως όταν είναι λιποβαρείς. Η έρευνα υποδηλώνει ότι για τους υπερήλικες η πλήρης αποχή από ζωικά προϊόντα ενδέχεται να μην αποτελεί πάντοτε την πλέον ωφέλιμη επιλογή.
Σε μια περίοδο όπου προσωπικότητες όπως ο Bryan Johnson εφαρμόζουν ακραία πειράματα αντιγήρανσης με στόχο την επιμήκυνση της ζωής, οι περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν πιο ρεαλιστικές παρεμβάσεις, με βασικότερη τη διατροφή. Το plant-based μοντέλο προβάλλεται συχνά ως πρότυπο υγιούς γήρανσης. Ωστόσο, η ερευνητική ομάδα της Kaiyue Wang από το Πανεπιστήμιο Fudan στη Σαγκάη, αξιοποιώντας στοιχεία από εθνική κινεζική βάση δεδομένων υγείας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εικόνα είναι πιο περίπλοκη.
Ένα εύρημα που προκαλεί έκπληξη
Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από 5.203 άτομα άνω των 80 ετών το 1998, τα οποία δεν έπασχαν από καρδιαγγειακές παθήσεις, διαβήτη ή καρκίνο. Περίπου το 80% δήλωσε ότι κατανάλωνε κρέας, ενώ οι υπόλοιποι ακολουθούσαν κυρίως φυτική διατροφή, με περιορισμένη κατανάλωση άλλων ζωικών προϊόντων. Κατά την πολυετή παρακολούθηση των συμμετεχόντων, διαπιστώθηκε ότι όσοι έτρωγαν κρέας είχαν αυξημένες πιθανότητες να φτάσουν τα 100 χρόνια σε σύγκριση με χορτοφάγους, ψαροφάγους και vegan, υπό την προϋπόθεση όμως ότι λαμβανόταν υπόψη το σωματικό βάρος.
Η διαφοροποίηση ήταν ιδιαίτερα έντονη στους λιποβαρείς συμμετέχοντες. Μεταξύ όσων είχαν δείκτη μάζας σώματος κάτω από 18,5 το 1998, το 24% των φυτοφάγων έφτασε τα 100 χρόνια, έναντι σχεδόν 30% όσων κατανάλωναν κρέας. Το ποσοστό μάλιστα αυξανόταν περαιτέρω σε άτομα που ανέφεραν καθημερινή κατανάλωση. Αντίθετα, στους συμμετέχοντες με φυσιολογικό ή υψηλότερο βάρος, δεν παρατηρήθηκε αντίστοιχο πλεονέκτημα.
Το κρέας αποτελεί σημαντική πηγή συγκεκριμένων αμινοξέων που επηρεάζουν τη λειτουργία του μορίου mTOR, το οποίο ρυθμίζει την κυτταρική ανάπτυξη και σχετίζεται με τη διαδικασία της γήρανσης. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι ο περιορισμός της κατανάλωσης κρέατος μπορεί να επιβραδύνει τη δράση του mTOR και να μειώσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Από την άλλη πλευρά, αυστηρά φυτικές δίαιτες έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων και υποσιτισμού, κυρίως σε μεγαλύτερες ηλικίες.
«Οι πολύ ηλικιωμένοι αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες διατροφικές ανάγκες», σημειώνει η Wang. «Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι οι διατροφικές συστάσεις για αυτή την ηλικιακή ομάδα πρέπει να επικεντρώνονται στην επαρκή θρέψη και την ισορροπία, όχι στην απόλυτη αποφυγή ζωικών τροφών, ειδικά όταν πρόκειται για λιποβαρή άτομα». Παράλληλα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η καθημερινή κατανάλωση λαχανικών, ανεξαρτήτως ποσότητας, συνδεόταν συνολικά με καλύτερα αποτελέσματα μακροζωίας, υπογραμμίζοντας τη σημασία των φυτικών τροφίμων.
Η Wang επισημαίνει ακόμη ότι οι ζωικές πρωτεΐνες συμβάλλουν στη διατήρηση της μυϊκής μάζας και της οστικής πυκνότητας, παράγοντες κρίσιμους για άτομα χαμηλού βάρους, τα οποία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο πτώσεων, καταγμάτων και επιπλοκών μετά από χειρουργικές επεμβάσεις. Παρότι η υψηλή κατανάλωση κρέατος έχει συνδεθεί με παχυσαρκία, στην περίπτωση των λιποβαρών υπερηλίκων φαίνεται να προσφέρει προστατευτικά οφέλη.
Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο American Journal of Clinical Nutrition, με τους ίδιους τους ερευνητές να προειδοποιούν κατά των γενικεύσεων. Οι διατροφικές συνήθειες στην Κίνα διαφέρουν αισθητά από εκείνες των δυτικών χωρών. Ωστόσο, όπως τονίζει η Wang, οι βασικοί βιολογικοί μηχανισμοί που συνδέουν τη διατροφή με τη γήρανση είναι πιθανό να ισχύουν παγκοσμίως.
Ο James Webster από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, επισημαίνει ότι τα ευρήματα δεν θα πρέπει από μόνα τους να οδηγήσουν σε αλλαγές στις διατροφικές μας επιλογές. Υπενθυμίζει ότι παλαιότερη έρευνα της ομάδας του είχε συνδέσει τη χορτοφαγία με αυξημένο κίνδυνο κατάγματος ισχίου, γεγονός που συχνά παρερμηνεύτηκε ως ένδειξη «ανθυγιεινής» φυτικής διατροφής. «Υπάρχει πληθώρα μελετών που αναδεικνύουν τα οφέλη της χορτοφαγίας, ιδιαίτερα για τη συνολική υγεία», τονίζει.
Σύμφωνα με τον Webster, τόσο οι φυτικές όσο και οι κρεατοφαγικές δίαιτες μπορούν να είναι υγιεινές ή επιβαρυντικές, ανάλογα με την ποιότητά τους. «Το ζητούμενο είναι να γνωρίζουμε ποια θρεπτικά συστατικά είναι απαραίτητα για έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής», σημειώνει, αναφερόμενος σε επαρκή κατανάλωση δημητριακών ολικής άλεσης, φρούτων και λαχανικών, με περιορισμό αλατιού, ζάχαρης και κορεσμένων λιπαρών.
Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι δεν υφίσταται μία καθολική «δίαιτα μακροζωίας». Ιδίως για τους υπερήλικες, η προσαρμογή στις ατομικές ανάγκες φαίνεται να είναι το κλειδί. Όπως καταλήγει ο Webster, «απαιτούνται περισσότερα δεδομένα πριν μπορέσουμε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα ποιο διατροφικό πρότυπο οδηγεί σε μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Το σημαντικό είναι να εξετάζουμε τη συνολική εικόνα όταν μιλάμε για διατροφή και υγεία».
iefimerida.gr









