Ο Λευκός Οίκος άφησε να διαρρεύσει, ενώ η Τεχεράνη φέρεται να επιβεβαίωσε εμμέσως, ότι ο Μοχάμεντ Μπακέρ Γκαλιμπάφ αναδεικνύεται σε κεντρικό πρόσωπο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ, τις οποίες ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει ως ιδιαίτερα προχωρημένες.
Ο ίδιος ο Γκαλιμπάφ προς το παρόν διαψεύδει (ευλόγως) κάθε προσέγγιση και αποδίδει το όλο σκηνικό σε απόπειρα κατευνασμού των αγορών εκ μέρους της αμερικανικής ηγεσίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο Μοχάμεντ Μπακέρ Γκαλιμπάφ φαίνεται να καθίσταται μια κρίσιμη προσωπικότητα σε μια αποφασιστική στιγμή για την εξέλιξη του πολέμου, πόσω μάλλον όταν οι περισσότερες από τις ηγετικές προσωπικότητες του Ιράν έχουν εξοντωθεί.
Πρώην διοικητής των Φρουρών της Επανάστασης, δήμαρχος Τεχεράνης, αρχηγός της αστυνομίας και κάποτε υποψήφιος πρόεδρος, ο Γκαλιμπάφ αποτελεί βασικό κρίκο μεταξύ πολιτικής, μυστικών υπηρεσιών και κληρικής ελίτ του Ιράν.
Επί μακρόν προστατευόμενος του ιδίου του Χαμενεΐ και έμπιστο πρόσωπο του υιού του Μοτζταμπά, ο Γκαλιμπάφ υπήρξε ηγετική φωνή ανυπακοής κατά του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόσφατα μάλιστα ορκίστηκε εκδίκηση για την επίθεσή τους. Μετά τη δολοφονία Χαμενεΐ, απευθυνόμενος τόσο στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ όσο και στον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου, υποσχέθηκε ότι το Ιράν θα ανταποδώσει με «τόσο καταστροφικά χτυπήματα που θα εκλιπαρείτε να σταματήσουμε».
«Λέω σε αυτούς τους δύο βρώμικους εγκληματίες και τους πράκτορές τους: έχετε πατήσει την κόκκινη γραμμή μας και πρέπει να πληρώσετε γι’ αυτό», ήταν η δήλωσή του.
Αυτή η πύρινη ρητορική είναι απολύτως συνεπής με τη μακροχρόνια θέση του ως ένθερμου υποστηρικτή του θεοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Την ίδια στάση επέδειξε άλλωστε και όταν συνέδραμε στην άγρια καταστολή των διαδηλώσεων που ξέσπασαν τον περασμένο Ιανουάριο.
Ο σκληροπυρηνικός μεταρρυθμιστής
Ωστόσο, παρά το σκληροπυρηνικό αυτό προφίλ, ο Γκαλιμπάφ έχει επίσης χτίσει τη φήμη του εκσυγχρονιστή και ρεαλιστή. Φτάνοντας να ποζάρει το 2005 με τη στολή πιλότου για τις διαφημίσεις της προεκλογικής του εκστρατείας ώστε να τονίσει την επαγγελματική και όχι την θεοκρατική του εικόνα.
Γεννημένος στη βορειοανατολική πόλη Τορκάμπεχ το 1961, Ο Γκαλιμπάφ ζυμώθηκε μέσα κηρύγματα που παρακολουθούσε στα τεμένη.
Όταν το Ιράκ εισέβαλε στο Ιράν, μήνες μετά την ανατροπή και εκδίωξη του Σάχη, ο Γκαλιμπάφ εντάχθηκε στους Φρουρούς της Επανάστασης, τη νέα, τότε, στρατιωτική μονάδα που ήταν αφιερωμένη στην υπεράσπιση του νεότευκτου ισλαμικού συστήματος της χώρας.
Στρατηγός και πιλότος
Μέσα σε τρία χρόνια είχε ανέλθει στον βαθμό του στρατηγού.
Ακολουθώντας καριέρα στους Φρουρούς μετά το τέλος του πολέμου με το Ιράκ, εκπαιδεύθηκε ως πιλότος μαχητικών και τελικά έγινε επικεφαλής της αεροπορικής μονάδας των Φρουρών.
Ενόσω υπηρετούσε στους Φρουρούς, συμμετείχε σε μια αιματηρή καταστολή φοιτητών πανεπιστημίου το 1999 και μαζί με άλλους στρατιωτικές διοικητές των Φρουρών, συνυπέγραψαν μια επιστολή προς τον μεταρρυθμιστή τότε πρόεδρο, Μοχάμεντ Χαταμί. Η απειλή ήταν ξεκάθαρη: «θα σε ανατρέψουμε αν δεν καταστείλεις τις διαμαρτυρίες».
Ως αρχηγός της αστυνομίας υπήρξε αδίστακτος. Το 2002 διέταξε τις δυνάμεις του να πυροβολήσουν διαδηλωτές – ενώ προσπαθούσε να προσελκύσει τους εκσυγχρονιστές, «ντύνοντας» την μέχρι τότε ατημέλητη αστυνομία που θύμιζε αγέλη με νέες στολές που παρέπεμπαν σε κανονικό σώμα ασφαλείας.
Όταν τον απαρνήθηκε ο Χαμενεΐ
Από την πλευρά του, ο Χαμενεΐ, παγιδευμένος ανάμεσα στην εντεινόμενη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της χώρας και τις εξωτερικές πιέσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, στράφηκε όλο και περισσότερο σε γεράκια από τον τομέα των υπηρεσιών ασφαλείας, όπως ο Γκαλιμπάφ.
Ωστόσο, όταν έθεσε υποψηφιότητα για πρόεδρος το 2005, προσπαθώντας να προσελκύσει ψηφοφόρους μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος, τα διαπιστευτήριά του στον λαϊκισμό, ξεπεράστηκαν από τον φλογερό δήμαρχο της Τεχεράνης Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ και ο Χαμενεΐ τελικά απαρνήθηκε τον αγαπημένο του πρώην στρατηγό, για χάρη του νέου αστέρα της ιρανικής σκηνής.
Ο Γκαλιμπάφ δεν σταμάτησε ποτέ να διεκδικεί την προεδρία, θέτοντας υποψηφιότητα ανεπιτυχώς το 2013 και το 2024, και αποσυρόμενος από την κούρσα του 2017 προκειμένου να προφυλάξει από διάσπαση τη σκληροπυρηνική δεξαμενή ψηφοφόρων.
Δήμαρχος
Αντικατέστησε τον Αχμαντινετζάντ ως δήμαρχος της Τεχεράνης, κρατώντας τη θέση για 12 χρόνια και αναλαμβάνοντας τα εύσημα για τη βοήθεια στην καταστολή μηνών αναταραχής που συγκλόνισαν το κατεστημένο, αφού ο προκάτοχός του ανακηρύχθηκε νικητής των αμφισβητούμενων εκλογών του 2009.
Τη 12ετή θητεία του ως δήμαρχος ακολούθησε η επιστροφή του στην εθνική πολιτική με την εκλογή του στο κοινοβούλιο και την εγκαθίδρυσή του ως προέδρου της Βουλής το 2020, ένα από τα κορυφαία αξιώματα στην ιρανική πολιτική.
naftemporiki.gr










