7 Φεβρουαρίου, 2026
8:13 πμ

Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα βρίσκονται εδώ και χρόνια στο πιάτο μας. Είναι παντού, από τα ταχυφαγεία και τα περίπτερα μέχρι τις υπεραγορές και τα βενζινάδικα, και διατίθενται σε τιμές προσιτές για όλους. Πρόκειται για αναψυκτικά με πρόσθετη ζάχαρη, συσκευασμένα σνακ όπως πατατάκια και μπισκότα συγκεκριμένων κατηγοριών, ζαχαρούχα δημητριακά, έτοιμα κατεψυγμένα γεύματα, λουκάνικα, αλλαντικά τύπου χοτ ντογκ και γενικότερα τρόφιμα που εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία του fast food.

Αυτό που μέχρι πολύ πρόσφατα δεν ήταν ευρέως γνωστό είναι ότι πολλά από αυτά τα προϊόντα είναι σχεδιασμένα ώστε να λειτουργούν εθιστικά, με μηχανισμούς παρόμοιους με εκείνους που οδηγούν στον εθισμό στο τσιγάρο, το αλκοόλ και άλλες εξαρτησιογόνες ουσίες.

Την τελευταία πενταετία, τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα βρίσκονται στο μικροσκόπιο της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. Τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν ότι μεγάλο μέρος αυτών των προϊόντων δεν έχει σχεδιαστεί απλώς για να μας χορταίνει, αλλά και για να ενισχύει την επιθυμία και την υπερκατανάλωση, ενεργοποιώντας μηχανισμούς «ανταμοιβής» στον εγκέφαλο, που θυμίζουν τον τρόπο με τον οποίο επιδρά στον οργανισμό το τσιγάρο.

Μάλιστα, επιστήμονες από τρία πανεπιστήμια, σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στις αρχές της εβδομάδας, υποστηρίζουν ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα πρέπει να υπόκεινται σε νομοθεσίες και ελέγχους, αντίστοιχους με εκείνους των προϊόντων καπνού, τόσο ως προς τη διαφήμιση όσο και ως προς την επισήμανση και τη φορολόγησή τους.

Στη μελέτη των πανεπιστημίων Χάρβαρντ, Ντιουκ και Μίσιγκαν, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Milbank Quarterly», οι ερευνητές συγκρίνουν τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα με τα προϊόντα καπνού ως προς τον τρόπο σχεδιασμού, προώθησης και κατανάλωσής τους. Όπως επισημαίνουν, ορισμένα από αυτά τα προϊόντα έχουν πάψει να λειτουργούν πρωτίστως ως τρόφιμα και είναι πλέον βελτιστοποιημένα για να προκαλούν έντονο αίσθημα ανταμοιβής, να καταναλώνονται γρήγορα και να ενθαρρύνουν την επαναλαμβανόμενη χρήση. Οι πρακτικές αυτές, αναφέρουν, «παρουσιάζουν σαφείς ομοιότητες με εκείνες που εφάρμοσε επί δεκαετίες η βιομηχανία καπνού, γεγονός που καθιστά αναγκαία την επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα αξιολογούνται και ρυθμίζονται από τις δημόσιες Αρχές».

Χαρακτηρίζοντας τα τρόφιμα αυτά ως «αθέατη παγίδα στο πιάτο μας», ο κλινικός διαιτολόγος, Πάνος Πλατρίτης, επεσήμανε ότι στις μέρες μας, «όταν μιλάμε για υπερεπεξεργασμένες τροφές δεν αναφερόμαστε απλώς σε “κακές διατροφικές συνήθειες” ή έλλειψη αυτοπειθαρχίας. Τα δεδομένα δείχνουν ότι συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων έχουν σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να παρακάμπτουν τους φυσικούς μηχανισμούς κορεσμού του εγκεφάλου, προκαλώντας βιολογικές αντιδράσεις παρόμοιες με αυτές των ναρκωτικών ουσιών».

Στο ερώτημα «τι ορίζουμε ως υπερεπεξεργασμένο τρόφιμο», ο κ. Πλατρίτης ξεκαθαρίζει πως «δεν μιλάμε για το φρέσκο ψωμί ή το τυρί, αλλά για σκευάσματα που περιέχουν υδρογονωμένα λίπη, τροποποιημένα άμυλα, ενισχυτικά γεύσης και τεχνητές γλυκαντικές ουσίες και η ειδοποιός διαφορά έγκειται στην ταχύτητα απορρόφησης από τον οργανισμό». Όπως για παράδειγμα, «η επεξεργασία των φύλλων κόκας σε κοκαΐνη αυξάνει την εθιστική της ισχύ, έτσι και η επεξεργασία των υδατανθράκων και των λιπών σε βιομηχανικά προϊόντα δημιουργεί μια «δόση» που ο εγκέφαλος δεν μπορεί να διαχειριστεί φυσιολογικά».

Συνεχίζοντας ο κ. Πλατρίτης ανέφερε ότι «πρόσφατη μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο The BMJ (British Medical Journal), βασισμένη στην Κλίμακα Εθισμού στο Φαγητό, του Πανεπιστημίου Yale, κατέδειξε ότι περίπου το 14% των ενηλίκων και το 12% των παιδιών παρουσιάζουν κλινικά συμπτώματα εθισμού στα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα. Τα ποσοστά αυτά είναι πρωτοφανή και συγκρίσιμα με τα επίπεδα εθισμού που παρατηρούνται σε νόμιμες ουσίες όπως το αλκοόλ». Τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν «δεν ήταν υποκειμενικά. Περιλάμβαναν, έντονη επιθυμία (Craving) και μια ακατανίκητη ώθηση για κατανάλωση, ακόμα και όταν δεν υπάρχει πείνα, στερητικό σύνδρομο (εκνευρισμός, κόπωση και δυσφορία όταν διακόπτεται η κατανάλωση ζαχαρούχων ή λιπαρών σνακ) και απώλεια ελέγχου, δηλαδή, κατανάλωση μεγαλύτερων ποσοτήτων από τις προγραμματισμένες».

Πώς λειτουργεί ο μηχανισμός

Σύμφωνα με τον κλινικό διαιτολόγο, Πάνο Πλατρίτη, «για να καταλάβουμε γιατί ένα πακέτο πατατάκια ή ένα αναψυκτικό είναι τόσο “εθιστικό”, πρέπει να κοιτάξουμε το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Όταν καταναλώνουμε αυτού του είδους τα προϊόντα, ο εγκέφαλος εκκρίνει μια δυσανάλογα μεγάλη ποσότητα ντοπαμίνης». Στη φύση, «κανένα τρόφιμο δεν συνδυάζει τόσο υψηλά επίπεδα λίπους και απλών υδατανθράκων (ζάχαρης). Το σώμα μας είναι προγραμματισμένο από την εξέλιξη να αναζητά αυτές τις πηγές ενέργειας για επιβίωση. Όταν, όμως, η βιομηχανία τροφίμων προσφέρει αυτόν τον συνδυασμό σε συμπυκνωμένη μορφή, το σύστημα ανταμοιβής “βραχυκυκλώνει”. Με την πάροδο του χρόνου, ο εγκέφαλος αναπτύσσει ανοχή και χρειάζεται όλο και μεγαλύτερες ποσότητες για να νιώσει το ίδιο επίπεδο ικανοποίησης».

«Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα», συνεχίζει ο κ. Πλατρίτης, «βρίσκονται παντού. Ταυτόχρονα, είναι οικονομικά προσβάσιμα και συχνά φθηνότερα από τα φρέσκα τρόφιμα. Επιπρόσθετα, προωθούνται με πρακτικές μάρκετινγκ που στοχεύουν απευθείας στο συναίσθημα και, δυστυχώς, στα παιδιά». Αυτοί οι τρεις παράγοντες «καθιστούν τη “διακοπή” του εθισμού πολύ δυσκολότερη από ό,τι τη διακοπή του καπνίσματος». Δεν πρόκειται δηλαδή, για «ένα αφηρημένο ψυχολογικό πρόβλημα. Είναι η ρίζα της σύγχρονης επιδημίας μη μεταδιδόμενων νοσημάτων γιατί η υπερκατανάλωση αυτών των ουσιών, γιατί περί ουσιών πρόκειται, συνδέεται άμεσα με την παχυσαρκία και τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, τις καρδιαγγειακές παθήσεις και τη χρόνια φλεγμονή, η οποία επηρεάζει ακόμα και την ψυχική υγεία, αυξάνοντας τον κίνδυνο κατάθλιψης».

«Όχι εκφοβισμός, αλλά γνώση και αυτοσυγκράτηση»

Η αναγνώριση των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων ως εξαρτησιογόνων ουσιών, είπε ο κ. Πλατρίτης, «δεν αποσκοπεί στον εκφοβισμό των καταναλωτών, αλλά στην ενδυνάμωσή τους. Όταν καταλάβουμε ότι η επιθυμία για εκείνο το συγκεκριμένο σνακ δεν είναι “πείνα” αλλά μια χημικά καθοδηγούμενη αντίδραση, αποκτούμε το πρώτο εργαλείο για να ανακτήσουμε τον έλεγχο. Η διατροφή είναι το ισχυρότερο φάρμακό μας, αλλά στην υπερεπεξεργασμένη μορφή της, έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο ύπουλα ναρκωτικά της εποχής μας. Είναι καιρός να αντιμετωπίσουμε το πιάτο μας με την επιστημονική σοβαρότητα που του αρμόζει».

Τι έδειξαν οι μέχρι σήμερα μελέτες

>> Διεθνής επιστημονική συναίνεση (Delphi study) στο Frontiers in Psychiatry (Σεπτέμβριος 2025): Διεθνής ομάδα ειδικών καταλήγει ότι υπάρχουν επαρκή νευροβιολογικά και συμπεριφορικά δεδομένα ώστε η υπερκατανάλωση συγκεκριμένων υπερεπεξεργασμένων τροφίμων να εξετάζεται ως πιθανή μορφή εξάρτησης, με χαρακτηριστικά όπως έντονη επιθυμία, απώλεια ελέγχου και συνέχιση της κατανάλωσης παρά τις αρνητικές συνέπειες.

>> Μελέτη για υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα και υπερφαγία στο Frontiers in Psychiatry (2025): Οι ερευνητές εντοπίζουν κοινά μοτίβα μεταξύ διαταραχών υπερφαγίας και κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, με παρόμοιες αντιδράσεις στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου.

>> Έρευνα για «food addiction» (2025): Μελέτη σε νεαρούς ενήλικες δείχνει ότι η αυξημένη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα συμπεριφορών που περιγράφονται ως εθισμός στο φαγητό, ιδιαίτερα σε προϊόντα όπως αναψυκτικά, γλυκά και αλμυρά σνακ.

>> Συστηματική ανασκόπηση στο BMJ (2023–2025): Μετα-ανάλυση δεκάδων μελετών καταλήγει ότι η υψηλή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων σχετίζεται όχι μόνο με καρδιομεταβολικά νοσήματα, αλλά και με αυξημένο κίνδυνο κοινών ψυχικών διαταραχών, όπως κατάθλιψη και άγχος.

>> Διεθνής επιδημιολογική μελέτη στο American Journal of Preventive Medicine (Απρίλιος 2025): Τα άτομα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων εμφάνισαν αυξημένο κίνδυνο πρόωρης θνησιμότητας, ακόμη και μετά τον έλεγχο για βασικούς παράγοντες τρόπου ζωής.

>> Πειραματική μελέτη στο Cell Metabolism (Αύγουστος 2025): Ελεγχόμενη δοκιμή έδειξε ότι δίαιτα πλούσια σε υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα μπορεί να οδηγήσει σε δυσμενείς μεταβολικές αλλαγές μέσα σε λίγες εβδομάδες, ακόμη και όταν η συνολική θερμιδική πρόσληψη παραμένει ίδια.

Exit mobile version