Χτες που μιλούσε στη Βρετού και όχι στη ζούγκλα της κοινοβουλευτικής επιτροπής, ο διευθυντής Κτηνιατρικών Υπηρεσιών μπόρεσε να απαντήσει ήρεμα σε ένα ερώτημα που δικαιολογημένα υποβάλλεται από πολύ κόσμο:
«Γιατί τώρα, που τα μολυσμένα ζώα είναι σχεδόν 14 χιλιάδες, σπεύδει το κράτος να εμβολιάσει προληπτικά χιλιάδες ζώα και δεν το έπραξε ενωρίτερα, όταν είχαν εντοπιστεί κρούσματα στα κατεχόμενα;».
Ψάχνοντας κανείς στο διαδίκτυο βρίσκει πολλές πληροφορίες, που είναι δύσκολο να διαπιστωθεί πόσο βάσιμες είναι. Αναφέρεται πως οι προληπτικοί εμβολιασμοί είναι δυσανάλογα δαπανηροί και χρονοβόροι, σε σχέση με την αποτελεσματικότητά τους. Χρειάζεται να εντοπιστεί ο συγκεκριμένος τύπος του ιού (από συνολικά επτά που υπάρχουν και μερικές άλλες παραλλαγές τους) ανά περιοχή και στη συνέχεια να ετοιμαστούν τα συγκεκριμένα εμβόλια για εκατομμύρια ζώα, αν μιλάμε για μια μεγάλη χώρα. Επίσης, χρειάζονται δύο δόσεις, με διαφορά μερικών εβδομάδων.
Και επιπλέον, η πλήρης προστασία όλων των εμβολιασμένων ζώων είναι αμφίβολη. Γράφεται, δε, ότι παρατηρήθηκε πως σε εμβολιασμένα ζώα ο ιός επωάζεται, παραμένει ενεργός και μεταδίδεται, χωρίς τα ζώα να εκδηλώνουν συμπτώματα, κάτι πολύ επικίνδυνο.
Όμως, ο κ. Πίπης είπε και κάτι άλλο: Αν μια χώρα προβεί σε προληπτικούς εμβολιασμούς, αμέσως χάνει το καθεστώς της χώρας απαλλαγμένης από αφθώδη πυρετό, χωρίς εμβολιασμούς. Και αυτό δεν είναι καθόλου αθώο, εμπορικά και οικονομικά. Χωρίς αυτό το καθεστώς άλλες χώρες αρχίζουν να θέτουν περιορισμούς στις εξαγωγές, κάτι επαχθές ακόμα και ως σκέψη για πολλές χώρες της ΕΕ και τους επιχειρηματίες του κλάδου. Και για την Κύπρο, που έχει ως πρώτο εξαγώγιμο προϊόν το χαλλούμι.
Συνάγεται από τα πιο πάνω πως οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες πιθανότατα αντιμετώπισαν ένα δίλημμα τον Δεκέμβριο: Να επικαλεστούν τα κρούσματα στα κατεχόμενα και να ζητήσουν από την ΕΕ να σταλούν εμβόλια και για τις ελεύθερες περιοχές, παρ’ ότι έως τότε δεν είχαν αναφερθεί κρούσματα και ας χανόταν για κάποιο διάστημα το καθεστώς χώρας ελεύθερης από αφθώδη πυρετό, με τις αρνητικές επιπτώσεις στις εξαγωγές ζώων, κρέατος, γάλακτος και τυροκομικών;
Ή να «πατήσουν» στην απουσία κρουσμάτων στις ελεύθερες περιοχές, να μην προβούν σε προληπτικούς εμβολιασμούς, να διατηρηθεί το καθεστώς FMD-free without vaccination και να μην επηρεαστεί εμπορικά αυτή η βιομηχανία;
Προφανώς έγινε το δεύτερο. Συντηρήθηκε το ευνοϊκό για την παραγωγή και τις εξαγωγές καθεστώς, με την ελπίδα ότι άλλα μέτρα προστασίας θα τηρούνταν από κτηνοτρόφους.
Δύο μήνες μετά, οι ελπίδες διαψεύστηκαν. Περιμένουμε να μάθουμε πώς και γιατί ξυπνήσαμε ένα πρωί και μάθαμε πως 11 υποστατικά, με 14,000 ζώα, είναι μολυσμένα. Εκεί που την προηγούμενη μέρα όλοι έλεγαν πως δεν είχαμε ούτε ένα περιστατικό.
Δεν είναι όμως ένα το καθεστώς απαλλαγμένης χώρας από αφθώδη πυρετό. Είναι δύο: Το ανώτατο υγειονομικό επίπεδο είναι η χώρα «χωρίς αφθώδη πυρετό και χωρίς εμβολιασμό» και το υποδεέστερο καθεστώς είναι η χώρα «χωρίς αφθώδη πυρετό, αλλά με εμβολιασμό».
Και υπάρχει αρκετή συζήτηση παγκόσμια κατά πόσο θα πρέπει να έχουν επαχθείς οικονομικές συνέπειες τα κράτη που επιλέγουν να προστατεύουν την κτηνοτροφία τους κάνοντας προληπτικούς εμβολιασμούς. Και πρέπει να στρέψουν σε αυτό τον διάλογο την προσοχή τους οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, οι κτηνοτρόφοι και οι αγροτικές οργανώσεις. Αντί να φωνάζουμε «γιατί δεν εμβολιάσαμε έγκαιρα», ας συζητήσουμε αν είμαστε πρόθυμοι ως κοινωνία και ως οικονομία της αγοράς να έχουμε μιας κατώτερης ποιότητας πιστοποίηση απαλλαγής από τον αφθώδη πυρετό, κάνοντας τακτικούς προληπτικούς εμβολιασμούς.
Στην ιστοσελίδα της National Library of Medicine (NLM), που θεωρείται η μεγαλύτερη ιατρική βιβλιοθήκη στον κόσμο και αποτελεί μέρος των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας (NIH) των ΗΠΑ, βρήκαμε ένα σχετικό κείμενο.
Γράφει η pmc.ncbi.nlm.nih.gov: «Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας των Ζώων έχει δύο υγειονομικά καθεστώτα που διασφαλίζουν την απαλλαγή από τον αφθώδη πυρετό: «Χωρίς αφθώδη πυρετό, με εμβολιασμό» και «Χωρίς αφθώδη πυρετό, χωρίς εμβολιασμό». Τις τελευταίες δεκαετίες, οι τεχνολογικές βελτιώσεις στα εμβόλια και τα διαγνωστικά μέσα επιτρέπουν την απόδειξη της απαλλαγής από την κυκλοφορία του ιού, ανεξάρτητα από το καθεστώς εμβολιασμού. Επομένως, η διάκριση μεταξύ των δύο καθεστώτων απαλλαγής από τον αφθώδη πυρετό είναι ξεπερασμένη και πλέον ακατάλληλη. (…) Η αναγνώριση των δύο καθεστώτων για τον αφθώδη πυρετό ως ισοδύναμων θα επιτρέψει στις χώρες να επιλέξουν εάν στοχεύουν στην απαλλαγή με ή χωρίς εμβολιασμό, με βάση τον εθνικό και περιφερειακό επιδημιολογικό κίνδυνο και χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια του συστήματος παραγωγής».










