Οι επιπτώσεις των πυρκαγιών στο περιβάλλον, οι κίνδυνοι για την βιοποικιλιότητα και ο κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία και ποιότητα ζωής από τα εφιαλτικά πλέον καλοκαίρια που ζούμε στον τομέα αυτό, πραγματεύεται μελέτη που εκπόνησαν μαθητές του Νικολαίδειου Γυμνασίου Πάφου στα πλαίσια του θεσμού Νέοι Δημοσιογράφοι για το Περιβάλλον.
Την μελέτη εκπόνησαν οι μαθητές Χρυσοβαλάντω Ανδρέου, Άννα Αντωνίου Σάββια και Αναστάσιος Σαπαρίλλας, με επιβλέπουσα εκπαιδευτικό την Φλώρα Φραγκέσκου, καθηγήτρια Χημείας.
Στην μελέτη τα παιδιά του Νικολαιδείου τονίζουν ότι είναι πλέον τρομακτικές οι διαστάσεις που προσλαμβάνει στον τόπο μας το φαινόμενο των δασικών πυρκαγιών. Από στατιστικά δεδομένα του Τμήματος Δασών, για τη δεκαετία 2016- 2025 ο μέσος όρος πυρκαγιών ανά έτος ανέρχεται στις 186, επισημαίνεται, και ιδιαίτερα για την περίοδο Απριλίου – Οκτωβρίου, λόγω υψηλών θερμοκρασιών, ο κίνδυνος έκρηξης και επέκτασης των πυρκαγιών είναι αυξημένος, με μέσο όρο 163 πυρκαγιές.
Ανατρέχοντας στα στοιχεία του Τμήματος Δασών και παραθέτοντας δεδομένα από ένα μεγάλο όγκο βιβλιογραφίας, οι μαθητές επισημαίνουν ότι οι περισσότερες δασικές πυρκαγιές συνδέονται με ανθρώπινες δραστηριότητες, είτε από αμέλεια είτε από πρόθεση.
Οι επιπτώσεις των δασικών πυρκαγιών είναι τις περισσότερες φορές μη αναστρέψιμες για το περιβάλλον, τόσο στην πανίδα όσο και στη χλωρίδα, αναφέρεται στη μελέτη. Το οικοσύστημα της περιοχής καταστρέφεται και εκείνο που απομένει είναι στάχτη και αποκαΐδια.
Σοβαρούς κινδύνους διατρέχουν και τα ζώα που καταφέρνουν να διαφύγουν, όπως τα αγρινά, που αποτελούν προστατευόμενο και εμβληματικό είδος της κυπριακής πανίδας, με βασικό βιότοπο το δάσος Πάφου. Μετά από μια μεγάλη δασική πυρκαγιά εκείνο που παραμένει είναι ένα «νεκρό» περιβάλλον. Η έλλειψη τροφής και νερού τα οδηγεί σε νέες, ξένες περιοχές. Γίνονται πολλές φορές στόχος λαθροκυνηγών, ενώ την ίδια στιγμή βρίσκονται εκτεθειμένα σε διάφορους κινδύνους με αποτέλεσμα ο πληθυσμός τους να μειώνεται δραματικά.
Επιπτώσεις βλέπουμε όμως και στη χλωρίδα με το μέλλον του οικοσυστήματος να καταστρέφεται, αναφέρεται επίσης. Η καύση των δέντρων και των θάμνων απογυμνώνει το έδαφος και καταστρέφει την βλάστηση. Ταυτόχρονα, παρατηρείται σε μεγάλες δασικές πυρκαγιές αλλοίωση του εδάφους.
Στη μελέτη των παιδιών του Νικολαίδειου Γυμνασίου Πάφου τονίζεται ακόμη ότι μια αλυσίδα καταστροφών ακολουθεί τις δασικές πυρκαγιές με συνέπειες που επηρεάζουν αρνητικά κάθε ζωντανό οργανισμό και κάθε φυσικό πόρο, ιδίως στο έδαφος, το νερό, ακόμη και την ατμόσφαιρα. Το έδαφος είναι ο «ζωντανός οργανισμός» πάνω στον οποίο στηρίζεται το δάσος και μετά από μια πυρκαγιά παρατηρείται διάβρωση. Το τοπίο αλλάζει δραματικά. Χάνεται το πράσινο, ο πολύτιμος πνεύμονας ζωής.
Αρνητικές επιπτώσεις διαπιστώνονται στα πιο σημαντικά στοιχεία για την επιβίωση του ανθρώπου, στο νερό και στον αέρα. Σύμφωνα με τους ειδικούς παρατηρείται ρύπανση της ατμόσφαιρας, αφού κατά την καύση απελευθερώνονται τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα και μικροσωματιδίων. Το γεγονός αυτό επιβαρύνει την ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε και την ίδια ώρα ενισχύει το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Επίσης, η τέφρα και τα κατάλοιπα της καύσης παρασύρονται από τις βροχές στις πηγές, τα ποτάμια και τον υδροφόρο ορίζοντα, τονίζεται στη μελέτη.
Οι χημικές ουσίες που απελευθερώνονται περνούν στην τροφική αλυσίδα επηρεάζοντας μακροχρόνια την υγεία μας, αναφέρουν οι μαθητές στη μελέτη τους. Αναλύουν δε, τις συνέπειες σε αναπνευστικό σύστημα, σε καρδιαγγειακά προβλήματα, στην τοξική επιβάρυνση, στους ερεθισμούς στο ανθρώπινο σώμα και στην ψυχολογία των ανθρώπων μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά.
Η αποκατάσταση ενός καμένου δασικού οικοσυστήματος είναι εξαιρετικά χρονοβόρα, τονίζει η μελέτη, αφού όπως δήλωσε στους μαθητές που την εκπόνησαν ο επικεφαλής του Τμήματος Δασών, δρ. Ιεζεκιήλ, η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει από 80 έως 200 χρόνια ανάλογα με τον τύπο του δάσους.
Για τον λόγο αυτό, επισημαίνουν οι μαθητές, η στρατηγική αντιμετώπισης βασίζεται στο τρίπτυχο «Πρόληψη, Ετοιμότητα και Καταστολή». Η πρόληψη μέσω της νομοθεσίας και της ενημέρωσης θεωρείται κρίσιμη, ενώ τα άμεσα αντιδιαβρωτικά έργα (όπως τα κορμοδέματα) μετά την πυρκαγιά είναι απαραίτητα για να «φρενάρουν» την περαιτέρω περιβαλλοντική υποβάθμιση. Συνολικά, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί τη στενή συνεργασία κράτους και πολιτών, καθώς η προστασία του δάσους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διασφάλιση της ποιότητας ζωής και της υγείας όλων μας, τονίζουν.
Συμπερασματικά, οι συγγραφείς της μελέτης καταλήγουν ότι αναμφίβολα, οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν μια από τις σοβαρότερες απειλές για το φυσικό περιβάλλον της Κύπρου και δυστυχώς τα στοιχεία αποδεικνύουν πλέον ξεκάθαρα ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα, είτε από πρόθεση είτε από αμέλεια, ευθύνεται για το άναμμα της φωτιάς.
Η προστασία των δασών είναι ζωτικής σημασίας για την αποτροπή φυσικών καταστροφών. Αυτό συνεπάγεται ότι αποτελεί υποχρέωση όλων μας για την πρόληψη των πυρκαγιών, καταλήγει η μελέτη.









