14 Ιανουαρίου, 2026
2:22 μμ

Η ενεργειακή αυτονομία της Κύπρου μέσω των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας είναι πλήρως εφικτή: Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη μελέτη του ειδικού σε θέματα ενέργειας Μιχάλη Δρακούδη.

Η μελέτη, που εκπονήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Ενεργειακή Δημοκρατία», βασίζεται σε χιλιάδες ωριαίους υπολογισμούς ισοζυγίου παραγωγής–ζήτησης–αποθήκευσης και αποτυπώνει για πρώτη φορά με ακρίβεια το πραγματικό κόστος και τα οφέλη ενός σχεδόν πλήρως πράσινου ηλεκτρικού συστήματος για την Κύπρο.

Εξετάζοντας τα πραγματικά ωριαία δεδομένα κατανάλωσης και παραγωγής για ολόκληρο το 2024, η μελέτη καταδεικνύει ότι η χώρα μπορεί να καλύπτει σε ετήσια βάση το 93,5% της ζήτησης ηλεκτρισμού της αποκλειστικά από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, κυρίως φωτοβολταϊκά σε στέγες, σε συνδυασμό με κεντρική αποθήκευση. Το υπόλοιπο 6,5% μπορεί να καλύπτεται από περιορισμένη συμβατική παραγωγή εφεδρείας ή, σε επόμενο στάδιο, από εποχιακή αποθήκευση μέσω πράσινου υδρογόνου.

Σύμφωνα με τα ευρήματα του Μιχάλη Δρακούδη, για να επιτευχθεί η σχεδόν πλήρης ενεργειακή κάλυψη απαιτούνται περίπου 3.000 MW επιπλέον φωτοβολταϊκών σε οροφές κτηρίων και 9.100 MWh πρόσθετης αποθήκευσης ενέργειας, πέραν όσων ήδη βρίσκονται σε τροχιά υλοποίησης.

Το συνολικό επενδυτικό κόστος αυτής της μετάβασης ανέρχεται σε περίπου 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που –με βάση τις σημερινές τιμές καυσίμων και ρύπων– αποσβένεται σε μόλις 3,4 χρόνια.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το κόστος αυτό δεν αφορά μελλοντικές υποθέσεις ή αισιόδοξες προβλέψεις, αλλά σημερινές τιμές αγοράς. Μετά την απόσβεση, το λειτουργικό κόστος του συστήματος τείνει πρακτικά στο μηδέν, γεγονός που μεταφράζεται σε μόνιμη και διαρθρωτική μείωση του κόστους ηλεκτρισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η ανάλυση δείχνει επίσης ότι το ετήσιο πλεόνασμα ενέργειας από ΑΠΕ υπερβαίνει κατά πολύ το αντίστοιχο έλλειμμα των περιόδων χαμηλής παραγωγής. Αυτό ανοίγει τον δρόμο για αξιοποίηση του πλεονάσματος σε τομείς όπως οι αφαλατώσεις και, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, στην παραγωγή πράσινου υδρογόνου για εποχιακή αποθήκευση και βιομηχανική χρήση. Οι υφιστάμενες θερμικές μονάδες μπορούν να διατηρηθούν ως εφεδρεία ασφαλείας για σπάνια ή ακραία φαινόμενα, χωρίς να αποτελούν πλέον τον βασικό πυλώνα του συστήματος.

Ένα ακόμη κρίσιμο συμπέρασμα από τη μελέτη του κ. Δρακούδη αφορά τη χωροθέτηση. Η απαιτούμενη επιφάνεια για τα επιπλέον φωτοβολταϊκά ανέρχεται σε μόλις 13–14 τετραγωνικά χιλιόμετρα, έκταση που καλύπτεται άνετα από τις διαθέσιμες οροφές κτηρίων. Η επιλογή αυτή περιορίζει την ανάγκη για μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα, μειώνει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αποσυμφορεί το δίκτυο και ενισχύει την ενεργειακή δημοκρατία, μετατρέποντας τους πολίτες από παθητικούς καταναλωτές σε ενεργούς παραγωγούς.

Σε επίπεδο κόστους συστήματος, η μελέτη εκτιμά ότι η μέση τιμή ηλεκτρισμού για όσους δεν διαθέτουν φωτοβολταϊκά μπορεί να διαμορφωθεί γύρω στα 11 σεντ ανά κιλοβατώρα τα πρώτα χρόνια, σημαντικά χαμηλότερα από το σημερινό κόστος παραγωγής με μαζούτ ή φυσικό αέριο. Τα χρήματα αυτά, σε αντίθεση με τις εισαγωγές καυσίμων, παραμένουν εντός της κυπριακής οικονομίας, δημιουργώντας σταθερή απασχόληση και εισόδημα.

Επισημαίνεται παράλληλα ότι το υφιστάμενο μοντέλο αγοράς ηλεκτρισμού δεν επιτρέπει την ανάπτυξη κρατικών συστημάτων αποθήκευσης, παρότι αυτά είναι τεχνικά αναγκαία για ένα μικρό και απομονωμένο σύστημα όπως το κυπριακό. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η υιοθέτηση ενός μοντέλου ενιαίου αγοραστή (single buyer model), με κεντρικό ρόλο της ΑΗΚ, κατά τα πρότυπα που εφαρμόζονται σε άλλες μικρές ή νησιωτικές αγορές, με στόχο τον πλήρη συντονισμό παραγωγής, αποθήκευσης και τιμών.

Το κεντρικό μήνυμα της μελέτης είναι σαφές: η ενεργειακή αυτονομία της Κύπρου δεν είναι πλέον τεχνολογικό στοίχημα, ούτε οικονομικό ρίσκο. Είναι μια ρεαλιστική επιλογή πολιτικής, με άμεσα και μακροχρόνια οφέλη για το κόστος ζωής, την οικονομία και την κοινωνική συνοχή.

Exit mobile version