Η αύξηση του ΑΕΠ, οι διαγραφές των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και οι καταθέσεις που διατηρούν τα νοικοκυριά, οδήγησαν στην μείωση του ιδιωτικού χρέους το οποίο απέχει από τα ψηλά επίπεδα πριν δέκα χρόνια. Η αποκλιμάκωση του ιδιωτικού χρέους συνεχίστηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2025, με τον δείκτη του συνολικού χρέους του μη χρηματοοικονομικού ιδιωτικού τομέα προς το ΑΕΠ να μειώνεται στο 168%, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα. Το επίπεδο αυτό απέχει σημαντικά από το ιστορικό υψηλό του 349% που είχε καταγραφεί το πρώτο τρίμηνο του 2015, κυρίως λόγω της αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ και των διαγραφών μη εξυπηρετούμενων δανείων. Εξαιρουμένων των ΟΕΣ ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 125% του ΑΕΠ. Οι μη χρηματοοικονομικές ΟΕΣ είναι κυρίως πλοιοκτήτριες εταιρείες με καθόλου ή πολύ περιορισμένη φυσική παρουσία στην Κύπρο, διαθέτουν πραγματικά περιουσιακά στοιχεία (πλοία) και χρηματοδοτούνται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από μη εγχώριες πηγές.
Αν και είναι εγγεγραμμένες / εγκαθιδρυμένες στην Κύπρο έχουν ελάχιστη ή καθόλου σχέση με την εγχώρια πραγματική οικονομία. Το χρέος των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων διαμορφώθηκε στο 112% του ΑΕΠ και, εξαιρουμένων των ΟΕΣ, στο 69%, υποδηλώνοντας μειωμένο χρέος που αφορά τις εγχώριες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Το χρέος των νοικοκυριών μειώθηκε περαιτέρω στο 55% του ΑΕΠ, με τον καθαρό δείκτη χρέους να παραμένει αρνητικός στο -45%, λόγω του υψηλότερου επιπέδου καταθέσεων. Ο δείκτης χρέους του μη χρηματοοικονομικού ιδιωτικού τομέα, εξαιρουμένου του χρέους των ΟΕΣ βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από το ενδεικτικό όριο του 133% που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταδεικνύοντας τη μακροπροληπτική σταθερότητα, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα.
Σημειώνεται, το 2013, κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η Κύπρος είχε ένα από τα υψηλότερα επίπεδα ιδιωτικού χρέους στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με αναφορές, το ιδιωτικό χρέος (νοικοκυριά και μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις) βρισκόταν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με εκτιμήσεις που το έφερναν στο 350% του ΑΕΠ. Το ιδιωτικό χρέος άρχισε να μειώνεται ενεργά τα επόμενα χρόνια, αλλά το 2013-2014 το χρέος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων ήταν εξαιρετικά πιεστικό, αποτελώντας βασική αιτία για τη βαθιά ύφεση.
Πριν από ένα χρόνο, στο έγγραφο εργασίας του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που συνοδεύει την έκθεση του μηχανισμού προειδοποίησης, ανέφεραν ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα χρηματοπιστωτικά συστήματα της Κύπρου και της Ελλάδας είναι το υψηλό επίπεδο του ιδιωτικού χρέους που συνδέεται με μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία έχουν μεταφερθεί εκτός τραπεζών τα τελευταία χρόνια, με την εξαγορά τους από εξειδικευμένες εταιρείες.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζουν τα στοιχεία για τα νοικοκυριά, των οποίων το χρηματοοικονομικό ενεργητικό ανήλθε στα €63,0 δισ. στο τέλος Σεπτεμβρίου 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας. Από το σύνολο αυτό, το 53% αφορά μετρητά, καταθέσεις και δάνεια, το 26% μετοχές, το 18% λοιπά χρηματοοικονομικά στοιχεία και μόλις το 3% χρεόγραφα. Το χρέος των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στα €19,9 δισ., με τον δείκτη χρέους να παραμένει στο 55% του ΑΕΠ, αμετάβλητος σε τριμηνιαία βάση. Σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2016, ο δείκτης αυτός εμφανίζει μείωση 62%, αντανακλώντας τη μακροχρόνια απομόχλευση του τομέα. Για τις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες, το χρηματοοικονομικό ενεργητικό ανήλθε στα €75 δισ., εκ των οποίων το 39% αφορά μετοχές, το 33% λοιπά χρηματοοικονομικά στοιχεία, το 21% μετρητά και καταθέσεις, το 6% δάνεια και μόλις το 0,6% χρεόγραφα. Το χρέος του τομέα έφθασε τα €39,8 δισ., με τον δείκτη χρέους να διαμορφώνεται στο 111% του ΑΕΠ, καταγράφοντας οριακή μείωση σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Σε σύγκριση με το τέλος του 2016, ο δείκτης χρέους των επιχειρήσεων παρουσιάζει μείωση 96%, υποδεικνύοντας σημαντική βελτίωση της χρηματοοικονομικής τους θέσης.


