Η νέα διευθύντρια του Δημοτικού Κέντρου Τεχνών της Λεμεσού- Αποθήκες Παπαδάκη έχει μια σημαντική εμπειρία στην επιμέλεια εκθέσεων στην Κύπρο και στο εξωτερικό, ενώ τα τελευταία τρία χρόνια εργάστηκε στο Άμστερνταμ σε καινοτόμες πρακτικές σύγχρονης τέχνης. Φιλοδοξεί να δώσει νέα πνοή στον χώρο, αναπτύσσοντας συνέργειες με τους καλλιτέχνες και δράσεις με κοινωνικό αντίκτυπο και κριτική προσέγγιση.
-Πώς πήρες την απόφαση να αφήσεις το Άμστερνταμ και να αναλάβεις την καλλιτεχνική διεύθυνση των Αποθηκών Παπαδάκη στη Λεμεσό; Πηγαινοέρχομαι τα τελευταία 15 χρόνια στη Λεμεσό, ενώ τα τελευταία τέσσερα είναι η βάση μου στην Κύπρο. Για όλο αυτό το διάστημα είχα επαφή με την εικαστική, κυρίως, κοινότητα της πόλης και παρακολουθούσα στενά τις πολιτιστικές δράσεις. Παράλληλα, παρατηρούσα την πόλη να αλλάζει ραγδαία προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Είχα την αίσθηση ότι το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών – Αποθήκες Παπαδάκη ήταν ένας από τους χώρους όπου θα μπορούσε να οικοδομηθεί, ως αντίβαρο, ένα οικοσύστημα με καλλιτεχνικές κοινότητες, μια δομή συλλογικότητας, συμπερίληψης και συμβίωσης. Ο Δήμος Λεμεσού δείχνει ενεργό ενδιαφέρον για τη συγκρότηση μιας καταλυτικής πολιτιστικής υποδομής. Υπάρχουν πολυάριθμες πολιτιστικές εστίες στην πόλη και ξεκινήσαμε να ερευνούμε άμεσα με ποιους τρόπους μπορεί, σταδιακά, να υπάρξουν συνέργειες μαζί τους.
-Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν καλλιτέχνες και πολιτιστικοί φορείς στη Λεμεσό και πώς οι Αποθήκες Παπαδάκη μπορούν να δώσουν λύσεις; Σε όλα αυτά τα χρόνια που πηγαινοέρχομαι στην πόλη, παρακολουθούσα τις τεράστιες αλλαγές της, που είχαν και μια ιδιαίτερα δραματική επίδραση στον κοινωνικό της ιστό. Μέλη της καλλιτεχνικής κοινότητας αναγκάζονται να μετακινηθούν εκτός πόλης, γεγονός που επηρεάζει το αίσθημα του ανήκειν. Με αφορμή αυτές τις εξελίξεις, με ενδιαφέρει να αναστοχαστούμε με ποιους τρόπους δημιουργούμε πολιτισμό σήμερα. Χρειάζεται ένα οικοσύστημα ώστε η κοινότητα να αισθάνεται ότι ανήκει και εκπροσωπείται – μια προσπάθεια που ήδη καταβάλλεται από τον Δήμο Λεμεσού και τον Δήμαρχο κ. Αρμεύτη. Στα πλαίσια της νέας πολιτιστικής προσέγγισης του Δήμου κάθε πρόταση προωθείται στο πλαίσιο διαβουλεύσεων με τις καλλιτεχνικές κοινότητες και τους πολιτιστικούς φορείς της πόλης. Σε συνεργασία με τον Δήμο, φιλοδοξούμε να μελετήσουμε πώς μπορούν να δημιουργηθούν υποδομές που να λειτουργήσουν ως χώροι συνάθροισης, εργασίας ή ακόμη και στέγασης για τους δημιουργούς. Παράλληλα, μας ενδιαφέρει και η συνεργασία με καλλιτέχνες από ολόκληρη την Κύπρο, την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, και πέραν αυτής.
-Ποιο είναι το όραμα σου για τη λειτουργία του χώρου; Με ενδιαφέρει να διερευνήσουμε τις ανάγκες της πολιτιστικής κοινότητας, μέσα από αξίες που να προάγουν μια διατομεακή και συλλογική προσέγγιση. Να αναζητήσουμε τρόπους με τους οποίους η καλλιτεχνική πρακτική και η έρευνα μπορούν να δημιουργήσουν έναν χώρο αμοιβαίας μάθησης και ανταλλαγής. Πέρα από τις εκθέσεις που θα παρουσιάζονται, θα επιθυμούσα ο χώρος αυτός να λειτουργήσει ως μια πλατφόρμα συνάντησης, πειραματισμού, αλληλεγγύης, συνεργασίας για τις καλλιτεχνικές κοινότητες. Θεωρώ πολύ σημαντικό οι δράσεις που θα φιλοξενούνται να έχουν κριτική προσέγγιση και, ελπίζω, θετικό κοινωνικό αντίκτυπο.
-Δηλαδή στις Αποθήκες Παπαδάκη δεν θα γίνονται μόνο εκθέσεις; Στα πλάνα μας είναι ένα μέρος του Δημοτικού Κέντρου να φιλοξενεί εκθέσεις και ένα άλλο να λειτουργεί ως χώρος συνάντησης, όπου θα διαπραγματευόμαστε τις έννοιες της φιλοξενίας, έννοια που ακούγεται μεν συμπεριληπτική, αλλά εμπεριέχει ιεραρχίες των οικοδεσποτών και των φιλοξενουμένων. Μέσα από αυτούς τους ρόλους, με ενδιαφέρει να αισθάνονται τα μέλη των κοινοτήτων ότι «αυτός ο χώρος είναι δικός μας». Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άμεσα με μια έρευνα που ξεκίνησα από το Άμστερνταμ με θέμα «Living room: Rehearsals towards Placemaking», η οποία εξετάζει πως οικοδομούμε τους χώρους μας μέσα από τη συμμετοχή των κοινοτήτων. Υπάρχει ήδη προγραμματισμός για συνεργασίες με καλλιτέχνες και φορείς από την Κύπρο και το εξωτερικό, αλλά παράλληλα θα έχουμε και ανοιχτές προσκλήσεις συμμετοχής.
-Τα τελευταία χρόνια ζούσες και δημιουργούσες στο Άμστερνταμ. Πού είχε εστιάσει η δουλειά σου; Στο Άμστερνταμ, πριν από τρία χρόνια, είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω στο De Appel Curatorial Programme, ενός από τα πιο αναγνωρισμένα και ιστορικά επιμελητικά προγράμματα σύγχρονης τέχνης παγκοσμίως. Από το 1994 έως σήμερα, ο οργανισμός αυτός παραμένει διαρκώς σε διάλογο με τις σύγχρονες τάσεις της επιμελητικής πρακτικής και τα πιο επείγοντα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα σε διεθνές επίπεδο.
Ήταν η πρώτη φορά που η Κύπρος συμμετείχε σε μια τέτοια παγκόσμια χαρτογράφηση της επιμελητικής πρακτικής. Στο πλαίσιο του προγράμματος, κληθήκαμε να δημιουργήσουμε ένα συλλογικό πρότζεκτ, συνδιαμορφώνοντας έναν χώρο όπου αναπτύχθηκαν συζητήσεις και δράσεις που απευθύνονταν σε παιδιά, ενήλικες και άτομα από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.
-Ο οργανισμός αυτός σου πρόσφερε υποτροφία για να αναπτύξεις μια δική σου έρευνα. Πώς τα κατάφερες; Η πρότασή μου αφορούσε το συλλογικό πρότζεκτ με τίτλο “The Broken Pitcher”, το οποίο πραγματεύεται το ζήτημα της στεγαστικής κρίσης και διερευνά πώς οι καλλιτέχνες μπορούν να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο σε τέτοιου είδους κοινωνικά ζητήματα. Έλαβα υποτροφία και συνέχισα για ένα χρόνο τη συνεργασία μου με τον οργανισμό. Παράλληλα με την έρευνά μου, συμμετείχα και σε άλλα διεθνή προγράμματα, μεταξύ των οποίων ήταν η Jakarta Biennale 2024 στην Ινδονησία. Μέσα από το δίκτυο του De Appel, ξεκίνησα συνεργασία με το Duch Art Institute, όπου διδάσκω έκτοτε στο νομαδικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα Art Praxis.
-Πώς αξιοποιείς την εμπειρία σου από το Άμστερνταμ; Ήταν μια εξαιρετικά σημαντική εμπειρία. Βρέθηκα σε ένα διεθνές οικοσύστημα, όπου μας απασχόλησε η κοινωνική διάσταση της επιμελητικής πρακτικής. Οι επιμέρους εντοπιότητες μας συναντήθηκαν και μοιραστήκαμε πολλά. Όσα είχα μάθει από την Κύπρο τα μετέφερα σε συναδέλφους επιμελητές από διάφορα μέρη του κόσμου, ενώ τις εμπειρίες μου από το Άμστερνταμ προσπαθώ να τις μεταφέρω πίσω στην Κύπρο. Θα ήθελα να έρθω σε επαφή με ένα ευρύτερο δίκτυο, ώστε να πειραματιστούμε πάνω στο πώς αντιλαμβανόμαστε την έννοια της συλλογικής επιμέλειας. Με ενδιαφέρει ένα πιο συνεργατικό πλαίσιο από αυτό της αφήγησης μιας έκθεσης που εκπορεύεται από ένα μόνο πρόσωπο.
-Η έντονη οικονομική ανάπτυξη στην πόλη είναι δυσανάλογη με τα χρήματα που διοχετεύονται στον πολιτισμό. Πώς αντιμετωπίζεις το θέμα των χρηματοδοτήσεων; Η χρηματοδότηση δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη από τη δημιουργική πρόταση. Υπάρχει μια μεθοδολογία, γνωστή ως lumbung, που αναδείχθηκε μέσα από την documenta15 το 2023. Η προσέγγιση αυτή υποστηρίζει ότι κάθε τόπος έχει το δικό του lumbung, δηλαδή δουλεύουμε πάντα με ό,τι διαθέτουμε. Το πλεόνασμα, όταν υπάρχει, διαμοιράζεται σε όλους, σε μια γειτονιά ή την κοινότητα, ενώ το δίκτυο σχέσεων διευρύνεται οργανικά.
Μέσα από αυτό το πρίσμα αντιλαμβάνομαι πάντα την έννοια της χρηματοδότησης: δεν αφορά μόνο τα χρήματα, αλλά την κοινότητα, τις γνώσεις μας, τον ίδιο τον χώρο, τη γειτονιά και την αλληλεγγύη προς ό,τι βρίσκεται κοντά μας, σωματικά ή νοητικά. Ταυτόχρονα, επιδιώκουμε να εξελιχθούν οι χρηματοδοτήσεις ώστε να στηρίζουν ουσιαστικά τους καλλιτέχνες, χωρίς οι πρακτικές μας να περιορίζονται αποκλειστικά σε χρηματικά κονδύλια. Θα ήθελα επίσης να δημιουργήσουμε πρότζεκτ και συνεργασίες με οικολογική συνείδηση. Στον προγραμματισμό περιλαμβάνονται επίσης το εικαστικό βιβλίο, περίπατοι, και διαλέξεις που συνδυάζουν την περφόρμανς, όπου η πληροφορία μεταφέρεται έξω από τα συμβατικά πρότυπα εκπαίδευσης. Σε αυτό το πνεύμα, το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών φιλοδοξεί να λειτουργήσει όχι απλώς ως στέγη καλλιτεχνικών γεγονότων, αλλά ως ένας ζωντανός θεσμός που συμβάλλει ενεργά στην πολιτιστική ζωή της πόλης, με συνέπεια, διάρκεια και ουσιαστική σχέση με την κοινωνία που τον περιβάλλει.
-Είναι ίσως δύσκολο να συγκρίνουμε την Ολλανδία με την Κύπρο. Ωστόσο, από την εμπειρία σου, τι είναι αυτό που λείπει από την Κύπρο σε ό,τι αφορά τη στήριξη των καλλιτεχνών; Το όραμα, η ευαλωτότητα και η ευθραυστότητα συνυπάρχουν παντού. Στην Κύπρο, το πιο θεμελιώδες ζήτημα είναι οι υποδομές – δηλαδή το πώς χτίζουμε μηχανισμούς και πολιτικές που να μας επιτρέπουν να έχουμε μια σταθερή βάση για την πρακτική μας και το έργο που δημιουργούμε. Στην Ολλανδία υπάρχουν ήδη αυτοί οι μηχανισμοί. Αναγνωρίζεται, για παράδειγμα, το καθεστώς του καλλιτέχνη και είναι από τις πρώτες χώρες που θέσπισαν αμοιβή για τους καλλιτέχνες με τρόπο που αποτρέπει τις ανισότητες – κάτι που εδώ ακόμα διεκδικούμε.
Αυτού του είδους τις υποδομές χρειάζεται να οικοδομήσουμε στην Κύπρο. Όχι από μηδενική βάση, αλλά αξιοποιώντας τη δημιουργικότητα, τη γνώση και τη συλλογική διάθεση των καλλιτεχνικών κοινοτήτων. Το ζητούμενο είναι να υπάρχει κατανόηση και ειλικρινής συνεργασία ανάμεσα στην πολιτιστική κοινότητα και τους δημόσιους θεσμούς – μια συμπόρευση όπου οι πολιτικές ευθυγραμμίζονται με τις πραγματικές ανάγκες του πολιτιστικού χώρου, δημιουργώντας έτσι τις σταθερές βάσεις που απαιτούνται για την υλοποίηση των κοινών μας στόχων.
Ελεύθερα 1.3.2026


