Η Κύπρια σκηνοθέτρια θέλει κάθε δουλειά που κάνει να την παίρνει ένα βήμα μπροστά.
Η μεταφορά ενός πολυβραβευμένου μυθιστορήματος με έντονη λογοτεχνική ταυτότητα στη σκηνή είναι, από μόνη της, ένα παράτολμο εγχείρημα. Το «Βουνί» της Λουΐζας Παπαλοΐζου, ένα έργο που κινείται ανάμεσα στη μνήμη, την ιστορία και την υπαρξιακή αγωνία, αποκτά μέσα από μια νέα ανάγνωση θεατρική ζωή, επιχειρώντας να διατηρήσει την ποιητικότητα και τη συναισθηματική του ένταση χωρίς να εγκλωβίζεται στη λογοτεχνική του ιδιοσυστασία. Με αυτή την αφετηρία, η Μαρία Κυριάκου μιλά για τα όρια και τις δυνατότητες της διασκευής, τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην πεζογραφία και τη σκηνική πράξη, αλλά και τις αντιφάσεις του θεάτρου στην Κύπρο σήμερα.
–Θυμάσαι τη στιγμή που προέκυψε η σκέψη να μεταφέρεις αυτό το μυθιστόρημα στη σκηνή; Ήθελα να το ανεβάσω από την πρώτη στιγμή που το διάβασα. Με τη Λουίζα είμαστε φίλες 18 χρόνια, ανταλλάσσουμε απόψεις για τη δουλειά μας, διαβάζω τι γράφει πριν εκδοθεί. Έτσι γνωριστήκαμε. Μια κοινή φίλη μάς είχε φέρει σ’ επαφή για να διαβάσω το πρώτο της βιβλίο, «Απειλούμενα Είδη», πριν εκδοθεί. Έτσι, διάβασα και το «Βουνί» πριν ακόμη καταλήξει στην τελική του μορφή. Από την πρώτη στιγμή της είπα ότι θέλω να το κάνω παράσταση. Το βρίσκω πολύ θεατρικό, με ποιητική γλώσσα. Ο βασικός λόγος που ένιωσα ότι το κείμενο συνομιλεί με το θέατρο είναι η υπαρξιακή αγωνία των χαρακτήρων, η οποία συνδέεται με τον τόπο, δηλαδή με το τοπίο και τη φύση.
–Στην ίδια άρεσε η ιδέα; Αρχικά, γέλασε. Της είχα πει ότι θέλω να κάνω μόνο την «Κόρη», το πιο «θεατρικό» από τα τρία μέρη. Στη συνέχεια το βιβλίο εκδόθηκε, βραβεύτηκε και το συζητούσαμε κάθε φορά που βρισκόμασταν. Η Λουίζα αντιστεκόταν λίγο στην ιδέα, δίσταζε κυρίως επειδή της ήταν ήδη πολύ έντονη η έκθεση και ο θόρυβος γύρω από το βιβλίο μετά την επιτυχία του κι είναι ένας πολύ κλειστός άνθρωπος. Τα τελευταία τρία χρόνια της εξέφρασα πιο σθεναρά την επιθυμία να το κάνω και δέχτηκε, με την ίδια να διατυπώνει την προτίμηση να βρω τρόπο να το κάνω ολόκληρο κι όχι μόνο το δεύτερο μέρος.
–Ακούγεται δύσκολο εγχείρημα να χωρέσει ένα τόσο μεγάλο και πυκνό μυθιστόρημα σε μια παράσταση 1-2 ωρών… Προφανώς, δεν θα χωρέσει ολόκληρο. Εμείς συνδέουμε ως κρίκους αυτούς τους τρεις χαρακτήρες. Η παράσταση εντοπίζει τα σημεία που ο Ξενής, η Ροδού και ο Σουηδός συναντιούνται συναισθηματικά, μεταφορικά και πρακτικά. Υπάρχει αφήγηση, αλλά προσπάθησα να είναι μετρημένη σε σχέση με τη δράση. Κράτησα τα στοιχεία που δημιουργούν πλοκή. Κάποια διαλογικά μέρη έμειναν αυτούσια.
–Ποια ήταν η μεγαλύτερη απώλεια που αναγκάστηκες να αποδεχτείς στη διαδικασία της διασκευής; Επειδή είμαι μαγεμένη με το βιβλίο, όπως και πολύς κόσμος, η πρώτη εκδοχή που έκανα ήταν πολύ λογοτεχνική. Δεν ήθελα να κόψω τα θαυμάσια αφηγηματικά μέρη. Με τον καιρό, τη δούλεψα κι άρχισα να τη δίνω σε κόσμο που εμπιστεύομαι να τη δει. Επεξεργάστηκα το κείμενο για καιρό κι όταν το έστειλα στη Λουίζα το πρώτο της σχόλιο ήταν «Μαρία, δεν κάνεις το βιβλίο! Κόψε». Ουσιαστικά, τότε μου έφυγε ο φόβος, γιατί ένιωσα ότι είχα την έγκρισή της. Μου έδωσε το ελεύθερο να κόψω. Μόνη της παράκληση ήταν να μην περιλάβω έξτρα κείμενο, να μην της αλλάξω λόγια. Κάνουμε την παράσταση με τις ευλογίες της.
-Υπάρχουν βιβλία που αντιστέκονται στη θεατρική τους μεταφορά. Εδώ πόση αντίσταση συνάντησες; Δεν συνάντησα μεγάλη αντίσταση. Πάντα υπάρχει ο φόβος ότι αυτό που έχεις στο μυαλό δεν θα βγει. Διάβασα το βιβλίο οκτώ φορές. Στη διαδικασία της διασκευής, αυτά τα δύο χρόνια έπαιρνα σημειώσεις και με το που το τέλειωνα το ξανάρχιζα. Για να βρω τα σημεία συνάντησης.
-Σε απασχόλησε η σκιά της επιτυχίας του βιβλίου; Εννοείται. Αλλά αν δεν ρισκάρουμε με τα πράγματα που αισθανόμαστε έντονα, δεν προχωράμε. Το θέατρο ενέχει πάντα ρίσκο. Κάθε παράσταση. Γιατί δεν είναι μόνο μέσα στο μυαλό σου. Ευτυχώς. Είναι ένα μοίρασμα, μια δουλειά πολλών. Μπορεί εγώ να έχω κατά νου μια ερμηνεία κι ο ηθοποιός να βγάλει άλλη. Αυτό δεν είναι κακό. Απέχει, όμως, από την αρχική σκέψη. Είμαστε στην τελική ευθεία κι ακόμη μέχρι πριν λίγες μέρες αφαιρούσαμε κείμενο. Πολλά έχουν βγει παραστατικά, αλλά αρκετά στην πράξη αισθανθήκαμε ότι δεν λειτουργούν. Τελικά, αν «θυσίασα» κάτι είναι από τη λογοτεχνικότητα, αλλά θεωρώ ότι είναι υπέρ του αποτελέσματος. Δεν κάνουμε το βιβλίο, λοιπόν, είναι ένας άλλος κύκλος του «Βουνιού». Μια άλλη εκδοχή, η δική μου ανάγνωση, που μπορεί να δώσει κι ένα νέο ενδιαφέρον στο βιβλίο. Προσωπικά, θεωρώ ότι θα έστεκε ακόμη καλύτερα ως κινηματογραφική ταινία.
-Επιλέγεις ένα σκηνικό αφαιρετικό. Είναι αισθητική επιλογή ή αναγκαστική οικονομία; Είναι δεδομένος ο κίνδυνος της ροπής προς το φοκλόρ, λόγω κυρίως της διαλέκτου. Γι’ αυτό διατηρώ μια αφαιρετική γραμμή, ακριβώς επειδή μάς δίνει την ελευθερία να συνδυάσουμε το σύγχρονο με το παραδοσιακό. Το βιβλίο έχει πολλές εικόνες έντονες, γνώριμες, κυπριακές. Με τον τρόπο που έχει στηθεί προσπαθώ να δώσω και μια σύγχρονη εικόνα, καθώς ταυτόχρονα ο θεατής θα αισθάνεται όλο αυτόν τον πλούτο που κρύβει μέσα το βιβλίο.
–Σε απασχολεί πώς θα «διαβαστεί» η παράσταση από όσους έχουν αγαπήσει το μυθιστόρημα; Αισθάνομαι σίγουρη για την προσέγγιση και τη δραματουργία, δεν έχω αμφιβολίες. Εγγύηση δεν υπάρχει. Εννοείται ότι θέλω ν’ αρέσει στο κοινό και να το αγκαλιάσει, να συγκινηθεί, να κάνει αυτό το ταξίδι. Όλοι όσοι δημιουργούμε αυτό προσδοκούμε. Σίγουρα, θα υπάρχει κόσμος που δεν θα του αρέσει, που μπορεί να το φαντάστηκε αλλιώς όταν το διάβασε. Δεν παύει να είναι η δική μου οπτική στην ουσία του βιβλίου, το οποίο θεωρώ ένα αριστούργημα. Για μένα αυτό το εγχείρημα αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση που μ’ έκανε καλύτερη δημιουργό. Ανεξάρτητα από το αν θα αρέσει η παράσταση ή όχι.
-Πέρα από την υπαρξιακή αγωνία, κεντρικές θεματικές είναι η μνήμη και η απώλεια. Πώς τις δουλεύεις σκηνικά χωρίς να καταφεύγεις σε κλισέ; Το κείμενο μάς οδηγεί εκεί. Εγώ δεν κάνω κάτι, απλώς φωτίζω αυτές τις πλευρές των χαρακτήρων. Το βιβλίο βασίζεται σε μια αφήγηση που πραγματεύεται τη σύνδεση της μνήμης με τον τόπο. Είναι ένα ταξίδι μέσα στη μνήμη και μέσα στην ιστορία της Κύπρου. Ο τρόπος που χτίζεται ο χαρακτήρας της Ροδούς είναι υποδειγματικός. Μια νέα γυναίκα, σε χωριό της Κύπρου τη δεκαετία του 1920. Οι σκέψεις και ο τρόπος που γεννιούνται και καταγράφονται στο βιβλίο. Είναι σαν να διαβάζεις Βιρτζίνια Γουλφ. Μιλάμε για βαθιές υπαρξιακές αναζητήσεις που μεταφέρονται μέσα από μια γλώσσα τόσο οικεία. Αυτοί οι τρεις είναι σαν να είναι ένα άτομο, κατά κάποιον τρόπο είναι όλοι εμείς. Άνθρωποι που ψάχνουν να βρουν πού ανήκουν, ποιοι είναι, τι κάνουν σ’ αυτό το πλανήτη.
-Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεσαι πιο επιλεκτική στις σκηνοθεσίες. Είναι συνειδητή απομάκρυνση ή αποτέλεσμα συνθηκών; Και τα δύο. Το ένα φέρνει το άλλο. Έτσι κι αλλιώς, το ξέρουν όλοι, έχω και μία κανονική δουλειά…
–Το «κανονική», όπως το θέτεις, είναι και λίγο παρεξηγήσιμο. Εννοείς ότι το θέατρο δεν είναι μια κανονική δουλειά; Δυστυχώς, δεν μπορούμε να ασκήσουμε αυτό το επάγγελμα ως κανονικό στην Κύπρο. Δεν μπορούμε να είμαστε σκηνοθέτες και να ζούμε απ’ αυτό. Πόσοι συνάδελφοί σ’ αυτό το χώρο δεν καταφεύγουν σε άλλες λύσεις για να βιοποριστούν; Εγώ είμαι τυχερή, γιατί έχω μια οικογενειακή επιχείρηση, είμαι βιβλιοπώλισσα κι αυτό βοηθά στο να μη χρειάζεται να κάνω στο θέατρο επιλογές που δεν θέλω. Είναι πολυτέλεια και κατάρα, διότι είναι δύσκολο να ανταπεξέλθεις με δυο καρπούζια στη μασχάλη. Ωστόσο, το προτιμώ από το να χρειαζόταν να κάνω πράγματα που δεν με εκφράζουν.
-Αυτό ίσχυε πάντα στην πορεία σου. Τώρα τι αλλάζει; Έχω αποφασίσει ότι δεν θέλω πια να τρέχω και την παραγωγή μιας παράστασης παράλληλα με τη σκηνοθεσία. Δεν έχω πλέον δικιά μου ομάδα και δεν κάνω αίτηση ως φορέας. Στην περίπτωση αυτή σκηνοθετώ μια συμπαραγωγή των À Vendre & Humart. Η Μαρία Βαρνακκίδου και ο Σταύρος Σταύρου στήριξαν το project, με όλες του τις δυσκολίες. Είναι μια τεράστια παραγωγή για το ελεύθερο θέατρο της Κύπρου. Πήραμε μεν μια καλή επιχορήγηση, αλλά πάλι τα έξοδα είναι πολύ μεγαλύτερα. Έχουμε δώδεκα ηθοποιούς. Δεν είναι κάτι απλό. Οπότε, οι επιλογές μου είναι είτε να με καλέσει ένα θέατρο να σκηνοθετήσω, είτε να προτείνω σε κάποια ομάδα αυτό που θέλω να κάνω. Στην προκειμένη περίπτωση, οι συνθήκες ήταν ιδανικές.
–Νιώθεις ότι το θέατρο στην Κύπρο δεν σε αφορά πια όπως παλιότερα; Υπάρχει ακόμα μέσα σου η ίδια φλόγα; Εννοείται ότι υπάρχει και η ανάγκη για δημιουργία είναι μεγάλη. Όμως, θέλω κάθε δουλειά που κάνω να με παίρνει μπροστά, να μου προσφέρει κίνητρο, να είναι πρόκληση και να έχει λόγο ύπαρξης. Αν με απογοητεύει το θέατρο στην Κύπρο, με απογοητεύει θεσμικά. Υπάρχουν πάρα πολλά προβλήματα. Δεν μπορώ να κρίνω τι κάνουν οι συνάδελφοί μου.
–Ως βιβλιοπώλισσα, ζεις καθημερινά μέσα στη λογοτεχνία. Πώς επηρεάζει αυτό τις σκηνοθετικές σου επιλογές; Διαβάζω πολύ κι όχι μόνο λόγω του επαγγέλματος. Από μικρή ήμουν βιβλιοφάγος και είναι σημαντικό για έναν δημιουργό να διαβάζει, υπό την έννοια ότι η λογοτεχνία είναι μια ανεξάντλητη πηγή ερεθισμάτων. Μπορείς να φαντάζεσαι άλλους κόσμους, να ακούς και να απορροφάς διαφορετικές φωνές. Με έχουν καθορίσει ως άνθρωπο τα αναγνώσματά μου. Και δεν θεωρώ καν ότι έχω διαβάσει αρκετά. Για παράδειγμα, η Λουίζα Παπαλοΐζου είναι ο πιο διαβασμένος άνθρωπος που ξέρω. Όταν συζητάμε, νιώθω σαν να μη διάβασα ποτέ τίποτα. Το βλέπεις και στη γραφή της. Αντιλαμβάνεσαι πόσο βαθύς και πολυεπίπεδος είναι ο τρόπος που γράφει, το βάρος που κουβαλάει ως αναγνώστης και σκεπτόμενος άνθρωπος.
-Βλέπεις το κοινό να μεγαλώνει στην Κύπρο ή το θέατρο εξακολουθεί να μιλά στους ίδιους; Θεωρώ ότι υπάρχει θεατρικό κοινό, έχει αυξηθεί από τότε που μπήκα κι εγώ στον χώρο. Συχνά, νιώθω, όμως ότι ζούμε σε μια δική μας φυσαλίδα. Στους κύκλους που περιφέρομαι, υπάρχει σκέψη, συζήτηση και κριτική και μπορώ να παρακολουθήσω κάτι και να το κατανοήσω σε όλους τους τομείς. Αισθάνομαι ότι υπάρχει ανάπτυξη και εξέλιξη στο κοινό και στους δημιουργούς. Ωστόσο, ενίοτε βλέπω κάποια θεάματα που γίνονται sold out κάτω από τη μύτη μας χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Δεν είναι κακό να υπάρχει εμπορικό θέαμα και κόσμος που το βλέπει μόνο ως επιλογή ψυχαγωγίας. Απλώς παρατηρώ ότι είναι ένας παράλληλος κόσμος.
-Ζούμε σε μια εποχή όπου η εικόνα κυριαρχεί. Το κοινό βιώνει σήμερα το θέατρο με τον ίδιο τρόπο όπως πριν 10-15 χρόνια; Η ποιότητα του βλέμματος έχει αλλάξει, αυτό ισχύει στα πάντα. Δεν πιστεύω ότι έχει αλλάξει το θέατρο εξαιτίας αυτού, δηλαδή ότι έγιναν συντομότερες και πιο εύπεπτες οι παραστάσεις, επειδή ο κόσμος δεν μπορεί να τις παρακολουθεί. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι αν σου αρέσει κάτι, θα πας και θα το δεις. Αν ένας θεατής βαρεθεί και ασχολείται με το κινητό του, δεν φταίει μόνο αυτός.
-Το κυπριακό θέατρο έγινε πιο εσωστρεφές ή πιο εξωστρεφές; Είναι πιο λίγες οι παραγωγές πια, λόγω του Θυμέλη, κάτι που δεν θεωρώ κατ’ ανάγκη κακό. Καλύτερα θα ήταν κάποιες παραγωγές που πάνε καλά να είχαν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Στην Κύπρο έχουμε ανθρώπους που κάνουν πολύ καλό θέατρο. Κι αν είχαν τα μέσα θα έκαναν ακόμη καλύτερο. Κι αν είχαν επίσης τη σωστή προώθηση της δουλειάς τους και τη θεσμική στήριξη για να την αναδείξουν. Δεν υπάρχει τρόπος να αναπτυχθούν οι καλλιτέχνες σε μια χώρα εάν δεν τους αφήσουμε και να αποτύχουν σε μια μεγάλη σκηνή του κρατικού θεάτρου, αν δεν τους δώσουμε εφόδια να εκτεθούν. Λειτουργούμε εκ του ασφαλούς. Δεν εμπιστευόμαστε τους δημιουργούς μας. Δεν τα λέω αυτά ως προσωπικό παράπονο. Κάθε άλλο. Θεωρώ ότι υπάρχουν αρκετοί καλλιτέχνες στην Κύπρο που αξίζει να τους δοθεί βήμα για να εξελιχθεί η δουλειά τους. Οι θεσμοί δεν είναι αρκετά γενναιόδωροι.
–Στην Κύπρο βλέπουμε πληθώρα παραγωγών, αλλά όχι πάντα την αντίστοιχη συζήτηση γύρω απ’ αυτές. Λείπει η κριτική; Η κριτική λείπει εκκωφαντικά. Αν υπάρχουν άνθρωποι του θεάτρου που αυτό δεν τους πειράζει, δεν ξέρω τι να πω. Εγώ πάντως νιώθω ότι έχω ανάγκη ως δημιουργός από καλή κριτική. Όταν λέω «καλή», δεν εννοώ εκθειαστική ή θετική, αλλά εμπεριστατωμένη. Είναι κρίσιμο να υπάρχει ένα αντίβαρο σ’ όλα αυτά τα σχόλια του διαδικτύου κι αυτό το hype που δημιουργείται από προσωπικές απόψεις. Το να έχεις έναν κύκλο ανθρώπων που γράφει θετικά πράγματα, αυτό δεν είναι κριτική. Η κριτική λειτουργεί ως καταγραφή της δουλειάς, ως τεκμήριο για τους ερευνητές. Πώς θα καταγραφεί αυτό που έκανα αν δεν γράψει κάποιος ένα σοβαρό κείμενο- υποκειμενικό μεν αλλά με επιστημονικό βάρος; Είναι σαν να μην υπήρξε. Εξάλλου, το θέατρο το αναλύεις σε συνάρτηση με το τι συμβαίνει στον κόσμο. Είναι ένας παλμός, ένα βασικό εργαλείο καταγραφής κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών. Γι’ αυτό κάποια έργα ανεβαίνουν και ξανανεβαίνουν, ακριβώς επειδή μας αφορούν διαχρονικά και συνομιλούν με την εποχή μας. Κάθε οπτική είναι και μια τομή.
Ελεύθερα, 11.4.2026


