Το Εφετείο απέρριψε έφεση πατέρα που αμφισβητούσε απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το οποίο είχε κρίνει ότι δεν διαθέτει δικαιοδοσία να εξετάσει ζητήματα γονικής μέριμνας για τα τέσσερα ανήλικα παιδιά του, καθώς αυτά έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία.
Η ομόφωνη απόφαση εκδόθηκε από τριμελές Εφετείο αποτελούμενο από τους δικαστές Χ.Β. Χαραλάμπους, Μ. Τουμαζή και Θ. Θωμά. Το Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ημερομηνίας 21 Μαΐου 2025, απορρίπτοντας τον μοναδικό λόγο έφεσης που προέβαλε ο πατέρας.
Η υπόθεση αφορά τέσσερα παιδιά ηλικίας 3, 8, 11 και 14 ετών. Ο πατέρας είχε καταχωρίσει το 2022 αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, ζητώντας τη γονική μέριμνα, επιμέλεια, φύλαξη και φροντίδα των παιδιών, τον καθορισμό του δικού του τόπου διαμονής ως τόπου διαμονής των ανήλικων παιδιών του, ρύθμιση της επικοινωνίας τους με τη μητέρα και απαγόρευση εξόδου τους από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του πατέρα, τον Μάρτιο του 2021 η μητέρα των παιδιών αναχώρησε αιφνιδιαστικά από τη Λεμεσό για τη Γερμανία μαζί με τα τέσσερα παιδιά, ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό. Όπως ανέφερε, η μητέρα τού είχε αρχικά πει ότι θα φρόντιζε την άρρωστη γιαγιά της και ότι θα επέστρεφε μόλις το επέτρεπε η κατάσταση της υγείας της, ωστόσο αργότερα τον ενημέρωσε ότι αποφάσισε να παραμείνει μόνιμα στη Γερμανία.
Ο πατέρας προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία για απαγωγή παιδιών και κινήθηκε παράλληλα διαδικασία επιστροφής τους από τη Γερμανία βάσει της Σύμβασης της Χάγης για τις αστικές πτυχές της διεθνούς απαγωγής παιδιών.
Η μητέρα, η οποία έχει πολωνική και γερμανική υπηκοότητα, αντέτεινε ότι η μετακίνηση των παιδιών έγινε με τη συγκατάθεση του πατέρα, στο πλαίσιο απόφασης του ζευγαριού να χωρίσουν και να μετακομίσει εκείνη στη Γερμανία μαζί με τα παιδιά για εκπαιδευτικούς και οικογενειακούς λόγους. Υποστήριξε ότι ο πατέρας γνώριζε και ενέκρινε τη μετεγκατάσταση, βοηθώντας μάλιστα οικονομικά και αποστέλλοντας προσωπικά αντικείμενα.
Η ίδια επισήμανε επίσης ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο του Ντίσελντορφ είχε ήδη απορρίψει τον Ιούνιο του 2022 αίτηση του πατέρα για επιστροφή των παιδιών στην Κύπρο βάσει της Σύμβασης της Χάγης, απόφαση η οποία επικυρώθηκε από γερμανικό Εφετείο τον Αύγουστο του ίδιου έτους.
Μετά από προδικαστική ένσταση της μητέρας, το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού έκρινε ότι δεν έχει διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθεί ζητημάτων γονικής μέριμνας, καθώς κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης τα παιδιά διέμεναν ήδη στη Γερμανία για περίπου 15 μήνες, φοιτούσαν σε σχολεία εκεί και είχαν ενταχθεί στο νέο περιβάλλον τους.
Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι τα παιδιά είχαν γερμανική υπηκοότητα πριν από τη μετακίνησή τους, ζούσαν με τη μητέρα τους σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Γερμανία και είχαν συγγενείς εκεί, ενώ στην Κύπρο δεν είχαν άλλους συγγενείς πέραν του πατέρα τους. Ως εκ τούτου κατέληξε ότι η «συνήθης διαμονή» τους κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης ήταν η Γερμανία και όχι η Κύπρος.
Στην έφεσή του, ο πατέρας υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου σχετικά με την αίτηση επιστροφής των παιδιών, η οποία, όπως υποστήριξε, δεν είχε αναγνωριστεί επισήμως στην Κύπρο.
Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, διευκρινίζοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν βασίστηκε στην ουσία της γερμανικής απόφασης, αλλά απλώς έλαβε υπόψη το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι είχε εκδοθεί απόφαση με την οποία δεν διατάχθηκε η επιστροφή των παιδιών.
Σύμφωνα με την απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε τους λόγους για τους οποίους τα γερμανικά δικαστήρια απέρριψαν την αίτηση επιστροφής ούτε εξήγαγε συμπεράσματα από αυτή καθαυτή την απόφαση. Αντίθετα, προχώρησε σε ανεξάρτητη εξέταση του ζητήματος της δικαιοδοσίας με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ) 2201/2003 της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το Εφετείο τόνισε ότι, σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, αρμόδια για θέματα γονικής μέριμνας είναι τα δικαστήρια του κράτους όπου το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο άσκησης της προσφυγής. Η συνήθης διαμονή, όπως επισημαίνεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνδέεται με τον τόπο όπου το παιδί έχει ενταχθεί στο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε σε αντικειμενικά στοιχεία, όπως η διάρκεια της διαμονής των παιδιών στη Γερμανία, η φοίτησή τους σε σχολεία εκεί και οι οικογενειακοί δεσμοί τους στη χώρα αυτή.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο έκρινε ότι ο λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Η έφεση απορρίφθηκε με έξοδα ύψους 1.900 ευρώ συν ΦΠΑ, εφόσον επιβάλλεται, υπέρ της μητέρας και εις βάρος του πατέρα.









