«Ανήκω στην πολυθρύλητη γενεά που πήγαινε στο σχολείο τον καιρό του Μεγάλου Πολέμου (…) αισθάνθηκα πως είμαστε μια γενεά σημαδεμένη από κάποια μοίρα, πως δεν χρησιμεύει σε τίποτα να παραπονιέται κανείς ή να διαμαρτύρεται ή να προσπαθεί να ξεχάσει, αλλά πως είναι προτιμότερο να το πάρει απόφαση ότι έτσι είναι τα πράγματα, ότι είμαστε παιδιά μιας μεγάλης ιστορικής κρίσης που ορίζει όλη τη ζωή μας, ότι τα ονειροπολήματα μας, οι πράξεις μας και τα έργα μας δε θα είτανε φυσικό να ξεφύγουν από τον ίσκιο που μας σκεπάζει».
Απόσπασμα από σημείωμα του Γιώργου Θεοτικά.
Σε σημείωμα που συνοδεύει το μυθιστόρημα Λεωνής (1940) ο Γιώργος Θεοτοκάς καταθέτει με ύφος ομολογητικό το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιέται το εν λόγω έργο. Επισημαίνει το ρόλο και την επιρροή των ρομαντικών σε ομότεχνους διαδόχους τους αλλά δεν παραβλέπει να τονίσει την υφολογική απόκλιση πολλών νέων συγγραφέων από αυτούς.
Αναφερόμενος στο Λεωνή υποστηρίζει ότι ο ίδιος τουλάχιστον, δεν εμμένει αποκλειστικά στον «ψυχικό σχηματισμό ενός παιδιού», όπως λέει, αλλά εξετάζει παράλληλα τον τρόπο πρόσληψης και εμπέδωσης του ιστορικού κλίματος της εποχής εκείνης από ένα παιδί.
Θεωρώντας τη μεταπολεμική περίοδο ως «την ώρα που η Ιστορία πραγματώνεται και χαράζει μιαν από τις μεγαλύτερες στροφές της», ο ίδιος είναι της άποψης ότι η δυνατότητα από μέρους ενός εφήβου να νιώθει ελεύθερος δεν αποτελεί εύκολο εγχείρημα.
Ο Θεοτοκάς κλείνει το σημείωμά του επισημαίνοντας και πάλι τη ρευστότητα της εποχής σε κάθε επίπεδο αλλά και τη συμβολή του «ιστορικού ρυθμού» στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας της εποχής.
Το μυθιστόρημα Λεωνής εγκαινιάζεται με ένα κεφάλαιο πλούσιο σε ζητήματα αισθητικού τύπου. Στην πρώτη κιόλας παράγραφο γίνεται λόγος για χρώματα, υλικά σχεδίου και ζωγραφικής.
Ο συγγραφέας τονίζει ότι βασική προϋπόθεση για καλύτερο αποτέλεσμα σε σχεδιαστικά ή ζωγραφικά εγχειρήματα αποτελεί η ποιότητα του χαρτιού. Σύμφωνα με τον ίδιο, όσο ποιοτικά καλύτερο είναι το χαρτί, τόσο πιο φιλόξενο και απολαυστικό είναι στο χέρι και στο μάτι.
Το καλό χαρτί θέλγει με άλλα λόγια το δημιουργό προκαλώντας προδιάθεση για ακατάπαυστη εργασία.
Σύμφωνα με την αφήγησή του, η ανάγκη του να σχεδιάζει ή να ζωγραφίζει εμφανίζεται στα τέσσερά του χρόνια και κρατά όσο η παιδική του ηλικία. Κάθε λευκό φύλλο χαρτιού αποτελεί για τον ίδιο κάλεσμα σε ελεύθερες διατυπώσεις φαντασίας με κυρίαρχα μοτίβα ζώα και παιχνίδια.
O ίδιος γράφει: «Οι ζωγραφιές μιλούσαν, περπατούσαν, η μια καλούσε την άλλη, είτανε σαν τα παραμύθια της γιαγιάς που δεν είχανε τελειωμό», θέλοντας να τονίσει την εκάστοτε βιωματική κατάθεση του στο χαρτί αλλά και την ανάγκη του κάθε δημιούργημά του να αποτελεί ενεργή συνιστώσα μιας ιστορίας, ανοιχτής σε περιεχόμενο και ερμηνείες.
Στη συνέχεια της αφήγησης του ξετυλίγεται ένα όραμα καθαρά -για την εποχή- ουτοπικό. Αποτελεί βεβαιότητα ότι ο συγγραφέας έλκεται από λευκές και άγραφες επιφάνειες. Ονειρεύεται κάθε «παρθένος» και άθικτος τοίχος της Πόλης να αποκτήσει πνοή και λόγο με ζωγραφιές: «… όλα να ζωγραφιστούν από πάνω ίσαμε κάτω και να είναι κάθε δρόμος σαν ένα ανοιχτό βιβλίο γεμάτο ωραίες, ζωγραφιστές εικόνες».
Σαράντα χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του ’80 βλέπουμε τις πρώτες γιγαντιαίες ζωγραφικές διατυπώσεις να κοσμούν μεγάλες εξωτερικές δημόσιες ή ιδιωτικές επιφάνειες της Αθήνας.
Σε παράγραφο του ιδίου κεφαλαίου ο Θεοτοκάς διερευνά το ζήτημα αναγωγής μιας κοινότυπης εικόνας σε ιερή αποκαλύπτοντας μια κίνηση ενδεικτική του σεβασμού του απέναντι στο εν λόγω αντικείμενο και που παράλληλα τον καθιστά αμήχανο.
Γράφει: «Είταν ένα χοντρό βιβλίο με κόκκινο εξώφυλλο, στολισμένο με χρυσά σχέδια, που λεγότανε Ανθολογία. Μέσα είχε διάφορους υπότιτλους: θρησκευτικά ποιήματα, πατριωτικά, βακχικά, ερωτικά (…) Η Ανθολογία είχε και αρκετές εικόνες που παράσταιναν τους ποιητές (…) Απ’ όλους όμως πιο ωραίος είταν ένας νέος με ανοικτό γιακά ονόματι Λόρδος Βύρων.
Αυτός είτανε ξένος, μα οι Έλληνες τον αναγνώριζαν για δικό τους και του έγραφαν πολλούς επαίνους επειδή είχε θυσιάσει τη ζωή του για την ελευθερία της Ελλάδας. Ο Λεωνής δεν καταλάμβαινε τα ποιήματα που μιλούσανε γι’ αυτόν, μα κοίταζε την εικόνα του πολλή ώρα κι ύστερα τον συλλογιζότανε.
Τον αγαπόύσε ξεχωριστά και τον θαύμαζε (…) Μια μέρα ο Λεωνής πήρε το κόκκινο βιβλίο στην κάμαρα του κρυφά, την ώρα που δεν είτανε κανείς εκεί, και φίλησε την εικόνα του Λόρδου Βύρωνα. Ύστερα ντρεπότανε γι’ αυτό που είχε κάμει».
Ο Θεοτοκάς προσκυνά το πορτρέτο του Λόρδου Βύρωνα που κοσμεί σελίδα του Ανθολογίου. Επιχειρώντας μια πρωτογενή ερμηνεία της συμπεριφοράς του έφηβου τότε συγγραφέα, αυτή αποτελεί πηγαία ένδειξη σεβασμού προς τον φιλέλληνα αλλά και έκφραση αναγνώρισης της συμβολής του στον αγώνα της Ελλάδας.
Ο συγγραφέας προσηλώνεται στην εικόνα και συλλογίζεται. Το βλεπτό τον καθηλώνει και του προκαλεί τόσο δέος σε βαθμό που το ασπάζεται.
Το πορτρέτο του Λόρδου Βύρωνα απολύει τον εικονογραφικό του χαρακτήρα και εκ των πραγμάτων ανάγεται σε αντικείμενο λατρείας. Ο ασπασμός καταργεί την απόσταση ανάμεσα σε αυτόν που κοιτάζει και αυτό που κοιτάζεται.
Έξω από κάθε υπόνοια έλξης ή πιθανής φαντασίωσης -καθότι ο Θεοτοκάς είναι παιδί- μπορεί να γίνει λόγος για μια σχέση εγγύτητας ανάμεσα σε άνθρωπο και αντικείμενο: ακριβολογώντας ανάμεσα σε ένα πραγματικό και ένα σχεδιαστικά επινοημένο πρόσωπο αντίστοιχα.
Το πορτρέτο εμπίπτει θα έλεγα στην κατηγορία του εννοιακού ειδώλου. Ο Jean-Luc Marion είναι της άποψης ότι «όταν μια φιλοσοφική σκέψη εξαγγέλλει, για αυτό που ονομάζει στην περίπτωση αυτή ‘Θεό’, μιαν έννοια, τότε η έννοια αυτή λειτουργεί ακριβώς ως είδωλο: δηλαδή δίνεται στο βλέμμα αλλά επίσης άλλο τόσο κρύβεται, σαν να ήταν ο καθρέφτης που επιτρέπει στη σκέψη, αόρατα, να βρει τον τόπο απ’ όπου θα δώσει τη μάχη της…».
Για ποια μάχη της σκέψης μιλά άραγε ο Γάλλος στοχαστής;
Αν η σκέψη κρίνει τον εαυτό της μάλλον παρά τον θεό, τότε αυτό που ο Θεοτοκάς δοκιμάζει μέσα του, δεν είναι άλλο από το συναίσθημα διχασμού και αντιπαλότητας παράλληλα όπως αυτό προκύπτει από μια εικόνα που προκαλεί θέαση και μια εικόνα που προκύπτει από θέαση.
Σημειώσεις:
- Γιώργος Θεοτοκάς, Λεωνής, 28η έκδοση, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα, 2019.
- Jean-Luc Marion, O Θεός χωρίς το είναι, μτφρ. Χρήστος Μάρσελλος, Πόλις, Αθήνα, 2012.
Ελεύθερα, 01.03.2026









