Η κούρσα για το χρίσμα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2030 λειτούργησε για τη Λεμεσό ως ευκαιρία συλλογικής εμβάθυνσης και όχι απλώς ως έναν διαγωνισμό που τελικά χάθηκε ή- ακόμη χειρότερα- ένα ποντάρισμα που πήγε «κουβά».
Αυτό το αξίωμα πρέπει να μπει στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου, ειδικά τώρα που όλες οι υποψήφιες πόλεις και κοινότητες καλούνται να «χτίσουν» πάνω στη δουλειά που έγινε, παρά την απογοήτευση της μη επιλογής τους.
Η ίδια η έκθεση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων ξεκαθάρισε ότι δεν θεωρεί την τελική ετυμηγορία ως «απόρριψη» της Λεμεσού, επειδή απέτυχε σε συγκεκριμένες πτυχές του διαγωνισμού. Αναγνώρισε την πολιτιστική φιλοδοξία, την ειλικρινή αντιμετώπιση κοινωνικών ζητημάτων και το πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα που παρουσίαζε το «The Understory».
Αυτό που έλειψε, σύμφωνα με τα συμπεράσματα, ήταν η ξεκάθαρη ευρωπαϊκή διάσταση, η διακριτή στρατηγική υλοποίησης και η εμπιστοσύνη που απορρέει από συγκεκριμένα πλαίσια διοίκησης και χρηματοδότησης. Μια δική μου προσωπική εκτίμηση είναι ότι, σε σχέση με τη Λάρνακα, αυτό που επίσης έλειψε ήταν η ευρεία αποδοχή και η εμπιστοσύνη από πλευράς της ευρύτερης Λεμεσού στο όλο εγχείρημα.
Εν πάση περιπτώσει, όμως, στην παρατήρηση της επιτροπής κρύβεται μια μεγαλύτερη αλήθεια: η ίδια η διαδικασία επιλογής, με τα πολύπλοκα κριτήρια και τις απαιτήσεις της, αποτελεί ένα εγχειρίδιο εκμάθησης για την πόλη. Η εμπειρία της Λεμεσού δείχνει ότι το ταξίδι προς έναν τόσο μεγάλο και καθοριστικό για το μέλλον της πόλης τίτλο μπορεί να είναι εξίσου σημαντικό με τον τίτλο τον ίδιο.
Η επιστημονική βιβλιογραφία για αντίστοιχες πρωτοβουλίες τονίζει ακριβώς πως υποψήφιες πόλεις, ακόμη κι όταν δεν καταλήγουν ποτέ στον τίτλο, μπορούν να επωφεληθούν από τη διαδικασία, κυρίως μέσα από τη δικτύωση, την κοινωνική συνοχή και την ενίσχυση της πολιτιστικής ταυτότητας που παράγεται στην πορεία.
Η ανάλυση των υποψηφιοτήτων σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις δείχνει ότι η επιχείρηση διεκδίκησης συχνά ενισχύει το τοπικό οικοσύστημα, δημιουργεί νέες συνεργασίες δημοσίου, ιδιωτικού και πολιτιστικού τομέα, προσφέρει ένα πλαίσιο για τη συνθετική επεξεργασία κοινωνικών ζητημάτων στο πλαίσιο μιας συλλογικής αφήγησης, και, πάνω απ’ όλα, οδηγεί σε πιο ώριμες πολιτικές πολιτισμού, ανεξαρτήτως αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει γιατί η ίδια η διαδικασία διεκδίκησης απαιτεί από μια πόλη να εξετάσει, να διατυπώσει και να εξηγήσει πώς θέλει να παρουσιαστεί στον ευρωπαϊκό πολιτιστικό χάρτη. Μιλάμε δηλαδή για μια διαδικασία αναθεώρησης που έχει την αξία της, πέρα από την τελική ετυμηγορία. Αυτό που μένει από μια υποψηφιότητα είναι μια νέα ικανότητα αυτοσυνείδησης και στρατηγικής πολιτιστικής διαχείρισης.
Το «μαύρο κουτί» της Λεμεσού και οι ελλείψεις που η Επιτροπή επεσήμανε στα συμπεράσματά της, είναι καθοριστικής σημασίας να μη λειτουργήσουν ως βαρίδια, αλλά ως ευκαιρίες βελτίωσης και περαιτέρω ενδυνάμωσης. Σε ό,τι αφορά την (ελλιπή κατά την Επιτροπή) ευρωπαϊκή διάσταση, η Λεμεσός έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει τα τοπικά ζητήματα σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή κουβέντα, προσδίδοντάς τους υπερεθνικό αντίκτυπο. Κάθε άλλο παρά εγκατάλειψη της τοπικότητας σημαίνει αυτό, αλλά μάλλον επανερμηνεία της μέσα από τον ευρωπαϊκό πολιτιστικό διάλογο.
Με τα συμπεράσματα της Επιτροπής ως οδηγό, μπορεί να διαμορφωθεί ένα μοντέλο πιο ώριμο, με ξεκάθαρη ηγεσία και συνεργατικούς δεσμούς. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η διαδικασία διεκδίκησης, όπως δείχνουν και οι διεθνείς μελέτες, αποτελεί μια «προσομοίωση» του ίδιου του τίτλου: σε όρους κοινωνικών δικτύων, πολιτιστικού κεφαλαίου και δημόσιας συζήτησης.
Οι τοποθετήσεις της ομάδας διεκδίκησης και της δημοτικής αρχής μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος υπό αυτό το πρίσμα αποκτούν νόημα ως υπενθύμιση ότι η ίδια η πόλη διαθέτει πλούσιο απόθεμα πολιτιστικής ενέργειας και σχέσεων, τις οποίες πρέπει να καλλιεργήσει περαιτέρω. Η ενίσχυση δικτύων, η αξιοποίηση σχέσεων που δημιουργήθηκαν και η μετατροπή της εμπειρίας σε συνεχή πολιτιστική στρατηγική πρέπει να είναι ο στόχος για την επόμενη δεκαετία.
Σε τελική ανάλυση, το σημαντικότερο συμπέρασμα δεν είναι η «ήττα» αλλά το τι κάνεις με τη διαδικασία που έζησες. Για τη Λεμεσό, αυτή η εμπειρία μπορεί να αποτελέσει απαρχή μιας πιο ώριμης και στρατηγικά τοποθετημένης πολιτιστικής παρουσίας. Το στοίχημα είναι στο πώς διαχειρίζεται τη στιγμή μετά την ήττα, όταν ο θόρυβος έχει καταλαγιάσει, αλλά το μομέντουμ δεν έχει ακόμη οριστικά χαθεί.
Οι πρώτες ενδείξεις δεν είναι ενθαρρυντικές: διφορούμενες δηλώσεις, εσωτερικές αιχμές, μικροτοπικιστικές γκρίνιες που θυμίζουν περισσότερο απόπειρα αποσυμπίεσης ή ακόμη χειρότερα καιροσκοπικές εκρήξεις. Αν η Λεμεσός αφεθεί να «βράσει στο ζουμί της», το πρόβλημα δεν θα είναι ότι έχασε τον τίτλο, αλλά ότι θα χάσει και τα κεκτημένα. Αντί απλώς να «γλείφει τις πληγές της», ας αναζητήσει το εναλλακτικό πρόγραμμα που μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη.
Το ΔΣ του Οργανισμού θα παραμείνει ενεργό μέχρι τις 31 Μαρτίου για να παραδώσει απολογισμούς, να μελετήσει σε βάθος την έκθεση της Επιτροπής και να μεταφέρει τεκμηριωμένα τη γνώση στον Δήμο. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι η αξιοπρέπεια της εξόδου, αλλά η αποφυγή του κενού. Η απώλεια του τίτλου δεν είναι καταστροφή. Οι πόλεις χάνουν πραγματικά όταν επιτρέπουν να καταρρεύσει ο μηχανισμός που στήθηκε για τη διεκδίκηση. Αυτός συνεπάγεται κεφάλαιο: γνώση, δίκτυα, επαφές, εργαλεία. Είναι μια «γλώσσα» για να μιλήσει η πόλη για τον εαυτό της με ειλικρίνεια.
Ο τελικός φάκελος διεκδίκησης είναι ένα σώμα έργων και δράσεων που μπορεί να ενεργοποιηθεί. Αν καταχωνιαστεί σε κάποιο σκονισμένο συρτάρι του Δήμου, αυτό θα είναι η πραγματική αποτυχία. Αν, αντίθετα, λειτουργήσει ως βάση και πυξίδα για μια αναθεωρημένη στρατηγική, θα μετατραπεί σε σημείο καμπής.
Αν κάτι έδειξε η έκθεση της Επιτροπής, είναι ότι η Λεμεσός διαθέτει οξυδέρκεια ως προς την ανάγνωση των τραυμάτων της. Αυτό που της ζητήθηκε και παραμένει ανοιχτό στοίχημα είναι να αποκτήσει την ίδια οξυδέρκεια στη μετάφραση αυτής της επίγνωσης σε δομές και αποφάσεις. Το μομέντουμ δεν είναι ανεξάντλητο. Και δεν συντηρείται με δηλώσεις ή εσωστρέφεια, αλλά με πράξεις χαμηλού θορύβου και υψηλής συνέπειας.
Ελεύθερα, 8.2.2026










