Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε έφεση τεσσάρων πολιτών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι παραβιάζονται τα συνταγματικά τους δικαιώματα λόγω άνισης μεταχείρισης σε σχέση με τον έλεγχο οχημάτων Τουρκοκυπρίων που διακινούνται από τα κατεχόμενα προς τις ελεύθερες περιοχές.
Η απόφαση επικυρώνει την πρωτόδικη κρίση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή των εφεσειόντων. Οι τελευταίοι, πρόσφυγες από το 1974 και μόνιμοι κάτοικοι των ελεύθερων περιοχών, υποστήριζαν ότι η Δημοκρατία επιτρέπει σε Τουρκοκύπριους που διαμένουν στα κατεχόμενα να κυκλοφορούν τα οχήματά τους χωρίς να υπόκεινται στον ίδιο τεχνικό έλεγχο καταλληλότητας (ΜΟΤ), στον οποίο υποβάλλονται οι ίδιοι.
Η υπόθεση ανάγεται στην περίοδο μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία υιοθέτησε μέτρα που επέτρεψαν τη διακίνηση Τουρκοκυπρίων με οχήματα που χρησιμοποιούν στις κατεχόμενες περιοχές. Για τον σκοπό αυτό τροποποιήθηκαν σχετικοί κανονισμοί, δίνοντας τη δυνατότητα χορήγησης προσωρινών αδειών κυκλοφορίας υπό όρους.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας, ήταν κοινά αποδεκτό ότι τα οχήματα που εισέρχονται από τα κατεχόμενα υπόκεινται αρχικά σε οπτικό έλεγχο στα οδοφράγματα από λειτουργούς του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και, εφόσον διαπιστωθεί πρόβλημα, μπορεί να ζητηθεί περαιτέρω επιθεώρηση. Αντίθετα, τα οχήματα των Ελληνοκυπρίων που διαμένουν στις ελεύθερες περιοχές υποχρεούνται σε πλήρη τεχνικό έλεγχο.
Οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι η διαφοροποίηση αυτή συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας, όπως κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα, καθώς και παραβίαση ευρωπαϊκών διατάξεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες πολιτών που δεν βρίσκονται υπό τις ίδιες συνθήκες.
Σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι Τουρκοκύπριοι που διαμένουν στα κατεχόμενα μεταβαίνουν προσωρινά στις ελεύθερες περιοχές και τα οχήματά τους δεν είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα της Δημοκρατίας, ενώ οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι των ελεύθερων περιοχών έχουν μόνιμη παρουσία και πλήρη υποχρέωση συμμόρφωσης με το εθνικό νομικό πλαίσιο.
Η απόφαση τονίζει ότι η αρχή της ισότητας δεν επιβάλλει απόλυτη ταύτιση μεταχείρισης, αλλά επιτρέπει εύλογες διαφοροποιήσεις όταν αυτές βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια και είναι αναλογικές προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Στην προκειμένη περίπτωση, η διαφορετική αντιμετώπιση κρίθηκε δικαιολογημένη, καθώς εντάσσεται σε ευρύτερη πολιτική διαχείρισης της ιδιόμορφης κατάστασης που προέκυψε μετά το 2003.
Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι υφίσταται μορφή ελέγχου στα οδοφράγματα, έστω και αν δεν είναι πλήρης τεχνικός έλεγχος, ενώ προβλέπονται μέτρα σε περιπτώσεις που εντοπίζονται εμφανείς παραβάσεις.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφοροποίηση δεν είναι αυθαίρετη ούτε παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της.
Το Δικαστήριο αποφάσισε επίσης ότι, δεδομένης της φύσης της υπόθεσης, κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί με τα δικά της δικαστικά έξοδα.









