Η γυναίκα-μύθος της απόλυτης θηλυκότητας και του παγκόσμιου θαυμασμού, πίστευε μέχρι το τέλος της, στις 28 Δεκεμβρίου, πως «Αν οι άνθρωποι σκέφτονταν συχνότερα τον θάνατο, τον δικό τους θάνατο, θα συμπεριφέρονταν διαφορετικά στη ζωή τους!».
Ήταν «η απελευθερωμένη», η «φυσική» και «αισθησιακή γυναίκα», η πολύ διαφορετική από το «καλοχτενισμένο» και αυστηρό πρότυπο του Hollywood, που υπήρχε ήδη -και είχε επιβληθεί- στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, αυτή που έγινε «μύθος» και «σταρ» πρώτης γραμμής, το «απόλυτο θηλυκό», που ελέγχει τη σεξουαλικότητά της -κάτι πρωτοφανές για την εποχή, εκείνη που θριάμβευε με τις ταινίες της-, κι έγινε σύμβολο ερωτικής ελευθερίας, πριν καν το φεμινιστικό κίνημα της δεκαετίας του ’60, αφού ήδη αντιπροσώπευσε την ιδέα ότι μια γυναίκα μπορεί να είναι επιθυμητή, χωρίς να απολογείται. Κι έτσι, η σεξουαλική απελευθέρωση είχε αποκτήσει πρόσωπο – εκείνην. Ως -δικαίως- ένα «παγκόσμιο σύμβολο φεμινισμού» – γιατί εξέφρασε μια μεγάλη πολιτική αλλαγή (την οποία ποτέ δεν συνειδητοποίησε, ερήμην της, ίσως), γιατί έσπασε πολλά ταμπού (κυρίως γύρω από το sex και τη γυναικεία ισότητα), γιατί επηρέασε βαθιά τον κινηματογράφο, τη μόδα και την κοινωνία, κι έπειτα, όταν πια είχε αποσυρθεί από την υποκριτική, στρέφοντας το ενδιαφέρον του κοινού στα δικαιώματα των ζώων, στη χορτοφαγία και στη μη θανάτωσή τους· ζητήματα τα οποία τότε άρχισαν να γεννώνται και να δημιουργούν το παγκόσμιο φιλοζωικό κίνημα, στο οποίο είχε πρωτοστατήσει. Υπερθεματίζοντας, όσα κατάφερε -αυτή η πανέμορφη και ευφυής γυναίκα- θα παραμένει για πάντα ένα θηλυκό larger than life, αφού ποτέ δεν καταδέχτηκε να μετατραπεί σε «κατασκεύασμα»· σε όλες της τις ενέργειες ήταν αληθινή, ανθρώπινη και, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια της ζωής της, αφηνόταν να δείχνει ακόμη και ευάλωτη.
ΜΙΑ ΖΩΗ «Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ»
«Και ο θεός έπλασε» την… Brigitte Anne-Marie Bardot, στις 28 Αυγούστου 1934, στο Παρίσι. Ο πατέρας της ήταν βιομήχανος, η μητέρα αφοσιωμένη στη μεγαλοαστική, συντηρητική ανατροφή της, ενώ η Brigitte ονειρεύεται τη μεγάλη οθόνη – ήδη, στα 15 της, συμμετέχει στην πρώτη από τις 45 ταινίες που θα την κάνουν διάσημη σε όλη την υφήλιο, αποτυπώνοντας την αισθησιακή παρουσία της, η οποία μαγνήτιζε τους πάντες, σοκάροντας και σαγηνεύοντας τη μεταπολεμική Ευρώπη. Το σήμα κατατεθέν της: Ξανθά, μακριά μαλλιά, αγέρωχο παράστημα – μια γυναίκα που πότε χαμογελάει, πότε θυμώνει· ερωτική και απολύτως απελευθερωμένη. Στα μέσα της δεκαετίας του ‘50, ο Γάλλος σκηνοθέτης Roger Vadim, ο πρώτος από τους τέσσερεις συζύγους της, της προσφέρει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη ταινία «Και ο θεός… έπλασε τη γυναίκα» (γαλλ. «Et Dieu… crea la Femme»). Η μοναδική φωτογένειά της, την καθιερώνει πια σε παγκόσμια σταρ, είδωλο της μόδας, «μύθο» των δεκαετιών 1950 και 1960 – ένα λαμπρό αστέρι παγκόσμιας αναγνωρισιμότητας, ιέρεια και μούσα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών της εποχής, έμβλημα της γυναικείας χειραφέτησης, ελεύθερη, σε μια εποχή απολύτως συντηρητική. Ωστόσο, όπως θα έλεγε η ίδια στον δημοσιογράφο Θανάση Φωτίου, τον μοναδικό Κύπριο στον οποίο είχε παραχωρήσει συνέντευξη: «Φρικάρω με την επιστροφή στο παρελθόν! Ζω μόνο το παρόν, τη μόνη αληθινή στιγμή, που κι αυτή σύντομα μετατρέπεται σε παρελθόν. Το παρελθόν μου είναι δομημένο από χιλιάδες μικρά και μεγάλα πράγματα, φτιαγμένα, ως επί τον πλείστον, από γεγονότα, μάλλον επώδυνα. Μαζί με αυτά, σκόρπιες εδώ κι εκεί, μερικές στιγμές ευτυχίας, πολύ φευγαλέες, σαν βεγγαλικά, φώτα εκτυφλωτικά, που συχνά αφήνουν εγκαύματα…».
Με 48 ταινίες στο ενεργητικό της και περισσότερα από 80 τραγούδια σε 21 χρόνια ενεργούς καριέρας, η Brigitte Bardot, πασίγνωστη επίσης με τα αρχικά της, BB («Μπεμπέ»), πέτυχε να γίνει μια από τις γνωστότερες Γαλλίδες καλλιτέχνιδες παγκοσμίως. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 πια, στο απόγειο της δόξας της, το σύμβολο της γυναικείας απελευθέρωσης και απόλυτης θηλυκότητας αποσύρεται από τον κινηματογράφο, στα 38 της μόλις χρόνια, και αφιερώνει το υπόλοιπο τη ζωής της στην προστασία των ζώων μέσω του ιδρύματος «Brigitte Bardot», πουλώντας τα κοσμήματά και τα πολύτιμα ενθύμια της.
Κι έτσι έζησε ως το τέλος της ζωής της: Απομονωμένη, αλλά πλήρης. Λόγια δικά της, ως επίλογος, από εκείνη τη μοναδική της συνέντευξη στον Θανάση Φωτίου, η οποία κατά καιρούς αναδημοσιεύτηκε στο παρελθόν και στο «Down Town»: «Πιστεύω πως αν οι άνθρωποι σκέπτονταν συχνότερα τον θάνατο, τον δικό τους θάνατο, θα συμπεριφέρονταν διαφορετικά στη ζωή τους. Σ’ ό,τι αφορά εμένα, ο θάνατος είναι παρών στην καθημερινή μου ζωή. Τον παρακολουθώ, τον πολεμώ, τον υπομένω. Γι’ αυτό φοράω μαύρα πάντα, χειμώνα-καλοκαίρι – φοράω το πένθος όσων αγαπημένων είδα να πεθαίνουν, είτε ήσαν άνθρωποι είτε ήσαν ζώα {…} Ολόκληρη η ζωή ενός ατόμου είναι πάντοτε μια εμπειρία μοναδική, απρόοπτη, γεμάτη με ευτυχία, δυστυχία, με τύχη και με κακοτυχία – και ο επίλογος απλά αναπόφευκτος!».


