18 Μαρτίου, 2026
12:50 μμ

Ποιος θα ήθελε να είναι σύμμαχος των ΗΠΑ το 2026;

Ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε έναν πόλεμο αγνοώντας τις συμβουλές και τα συμφέροντα ορισμένων από τους στενότερους φίλους της Αμερικής, και αυτό έχει συνέπειες τις οποίες μόνο ο ίδιος φαίνεται να απέτυχε να προβλέψει. Τώρα, αφού αγνόησε αυτούς τους συμμάχους – ή στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, τους υποτίμησε ως άχρηστους – ο Αμερικανός πρόεδρος απαιτεί από αυτούς να τον βοηθήσουν στα Στενά του Ορμούζ.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι θα συμφωνήσουν. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζουν τι μπορούν να κάνουν. Ο Τραμπ δήλωσε στους Financial Times ότι αν δεν βοηθήσουν, “θα είναι πολύ κακό για το μέλλον του ΝΑΤΟ”. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα εξετάζουν επίσης το βοηθήσουν. Αν και καμία από τις δύο δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, γνωρίζουν ότι εξαρτώνται τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό από την ασφάλεια των ΗΠΑ και, ως εκ τούτου, είναι εξίσου ευάλωτες σε αντίποινα.

Όλες αυτές οι χώρες έχουν έντονο συμφέρον να ανοίξει ξανά μια θαλάσσια οδός μέσω της οποίας, υπό κανονικές συνθήκες, πρέπει να διέρχονται καθημερινά 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου. Οι τιμές του πετρελαίου αυξάνονται και όσο περισσότερο συνεχίζεται η κατάσταση αυτή, τόσο μεγαλύτερη ζημιά θα υποστούν οι οικονομίες τους. Όμως, ο Τραμπ χρειάζεται το άνοιγμα των Στενών ακόμη περισσότερο από αυτές. Όχι μόνο για οικονομικούς λόγους, αλλά και για να αποφύγει να “χάσει” έναν πόλεμο επιλογής που ο ίδιος ξεκίνησε. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ θα πρέπει να θέσουν όρους για τη βοήθειά τους και να εισπράξουν ένα τίμημα.

Τίποτα από αυτά δεν ισχύει για την Κίνα, στην οποία ο Τραμπ απηύθυνε επίσης έκκληση για βοήθεια. Τα δεξαμενόπλοια του Ιράν εξακολουθούν να διέρχονται από το Ορμούζ και να προμηθεύουν την Κίνα με φθηνό πετρέλαιο, οπότε είναι απίθανο το Πεκίνο να προσφερθεί εθελοντικά να μεταφέρει καύσιμα για άλλες χώρες. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ λέει ότι θα αναβάλει το προγραμματισμένο ταξίδι του και τη συνάντηση με τον ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, αν το Πεκίνο δεν βοηθήσει, αλλά αυτό είναι πιθανότερο να ακουστεί σαν δώρο, παρά απειλή: το Ιράν είναι σύμμαχος της Κίνας και ο πόλεμος καθιστά τον Τραμπ έναν κάπως “άβολο” προσκεκλημένο.

Οι χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο είναι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο. Οι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις που φιλοξενούν αυτές οι χώρες υποτίθεται ότι θα τους παρείχαν ασφάλεια ακριβώς έναντι τέτοιων απειλών από το Ιράν. Αντίθετα, η αμερικανική παρουσία τις έχει μετατρέψει σε στόχους σε μια σύγκρουση που προσπάθησαν να αποτρέψουν. Η αποτυχία της κυβέρνησης Τραμπ να δώσει προτεραιότητα στους συμμάχους του Κόλπου θα έχει μακροχρόνιες επιπτώσεις, προκαλώντας μια επανεκτίμηση των πολιτικών ασφαλείας τους. Ωστόσο, προς το παρόν, χρειάζονται το Ορμούζ ανοιχτό.

Δεν πρόκειται για ζήτημα συμμαχίας, ακόμα κι αν ο Τραμπ θέλει να το παρουσιάσει έτσι. Το ΝΑΤΟ διαθέτει ρήτρα συλλογικής άμυνας, αλλά τίποτα δεν υποχρεώνει τους συμμάχους να συμμετέχουν στις νομικά αμφισβητήσιμες στρατιωτικές περιπέτειες – ή στις “εκδρομές”, για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση του Τραμπ – άλλου συμμάχου. Το ίδιο ισχύει και για τους συμμάχους των ΗΠΑ με τους οποίους έχουν υπογραφεί διμερείς συνθήκες στην Ανατολική Ασία.

Και όμως, ο Τραμπ έχει τώρα ανάγκη τις στρατιωτικές δυνατότητες που χλευάζει εδώ και τόσο καιρό, πράγμα που σημαίνει ότι αυτοί οι σύμμαχοι έχουν διαπραγματευτική ισχύ. Η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιαπωνία κατέχουν ηγετική θέση στην εξουδετέρωση ναρκών, συμπεριλαμβανομένων των τηλεκατευθυνόμενων drones, μιας τεχνολογίας σχεδιασμένης ακριβώς για αυτού του είδους το εχθρικό περιβάλλον. Είναι μια αποστολή στην οποία η Βρετανία είναι πρόθυμη να συμμετάσχει, δήλωσε ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα. Η συνοδεία πλοίων, παραδέχθηκε, θα είναι πιο δύσκολη.

Η προστασία των δεξαμενόπλοιων απαιτεί πλοία με δυνατότητες αεροπορικής άμυνας, και τα αμερικανικά πλοία που διαθέτουν αυτόν τον οπλισμό είναι ήδη απασχολημένα στις δεξαμενόπλοιων. Επομένως, εάν δεν αλλάξει ο σχεδιασμός και η αποστολή του στόλου αυτού, οι ΗΠΑ χρειάζονται άλλη πηγή πλοίων. Και όσο δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αυτά τα πλοία θα κινδυνεύουν.

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο παράδειγμα για το ρόλο των συμμάχων ως πολλαπλασιαστή ισχύος. Αυτό είναι κάτι που ο Τραμπ δεν κατάλαβε ποτέ και οι σύμμαχοι θα πρέπει τώρα να το αξιοποιήσουν για να διατυπώσουν αιτήματα.

Για να κατανοήσουμε τους όρους που θα πρέπει να θέσουν οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, ρώτησα τον Κέβιν Ρόουλαντς, έναν πρώην αξιωματικό του Ναυτικού ο οποίος μέχρι πέρυσι ηγείτο του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών του Βασιλικού Ναυτικού και τώρα είναι εκδότης του περιοδικού του Royal United Services Institute, ενός βρετανικού think tank για θέματα άμυνας. Ο πρώτος, είπε, θα πρέπει να είναι ότι κάθε επιχείρηση θα πρέπει να είναι εμφανώς ανεξάρτητη από την πολεμική προσπάθεια των ΗΠΑ. Οι Ευρωπαίοι, οι Ασιάτες και τα κράτη του Κόλπου δεν πρέπει να επιτρέψουν στον Τραμπ να χρησιμοποιήσει το πρόβλημα που ο ίδιος δημιούργησε στο Ορμούζ για να τους παρασύρει σε έναν πόλεμο στον οποίο αυτοί και οι περισσότεροι ψηφοφόροι τους αντιτίθενται. Αυτό είναι κάτι που τόνισε και ο Στάρμερ τη Δευτέρα.

Βεβαίως, αυτό απαιτεί ασυνήθιστη πειθαρχία από τον Τραμπ. Είναι επίσης απίθανο να κάνει μεγάλη διαφορά για τους ηγέτες του Ιράν προς το παρόν, δεδομένου ότι το κλείσιμο του Ορμούζ είναι κρίσιμο για τη στρατηγική τους στον πόλεμο. Διαταράσσουν τις ροές μέσω των Στενών για να ανεβάσουν τις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου τόσο ώστε ο Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο με τους δικούς τους όρους, εάν δε θέλει να “τιμωρηθεί” στις κάλπες λόγω της αύξησης του κόστους ζωής στις ΗΠΑ. Θα αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε παρέμβαση σε αυτή τη στρατηγική ως εχθρική πράξη.

“Οι Ευρωπαίοι, όμως, πρέπει να σκέφτονται τι θα συμβεί σε ένα, δύο ή έξι μήνες από τώρα”, μου είπε ο Ρόουλαντς. Τότε θα έχει υποχωρήσει η έντονη σύγκρουση, αλλά το Ιράν και οι σύμμαχοί του ενδέχεται να θελήσουν να συνεχίσουν τον πόλεμο με ασύμμετρα μέσα, συμπεριλαμβανομένων τρομοκρατικών επιθέσεων. Ο διάπλους με πλοία της Σαουδικής Αραβίας ή του Πακιστάν, χωρίς αμερικανική σημαία, θα είχε σημασία για αυτόν τον μακροχρόνιο πόλεμο.

Ωστόσο, οποιαδήποτε πολεμικά πλοία ή ναρκαλιευτικά που πλέουν μέσω του Ορμούζ θα χρειαστούν τις ΗΠΑ για την παροχή πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο και αεροπορική κάλυψη. Δεν υπάρχει τρόπος να παρακάμψουμε το γεγονός ότι οι ΗΠΑ ελέγχουν το πεδίο της μάχης.

Πέρα από αυτά τα επιχειρησιακά ζητήματα, οι συμμετέχοντες θα πρέπει επίσης να ορίσουν ένα τίμημα. Για το Ηνωμένο Βασίλειο, λέει ο Ρόουλαντς, αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την αποστολή αμερικανικών δυνάμεων στον Βόρειο Ατλαντικό. Η Βρετανία έχει μειώσει τη ναυτική της παρουσία στον Κόλπο και σε άλλες πιο απομακρυσμένες περιοχές για να επικεντρωθεί – εν μέρει κατόπιν εντολής του Τραμπ – στην ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης για την άμυνά της. Επομένως, εάν το Ηνωμένο Βασίλειο πρόκειται να αναπτύξει ξανά πόρους στον Κόλπο, θα πρέπει να ζητήσει από τις ΗΠΑ να καλύψουν τα κενά που αφήνει στην άμυνά του έναντι της Ρωσίας.

Μια άλλη πιθανή απαίτηση θα ήταν η αποδοχή του σχεδίου του Ηνωμένου Βασιλείου για τη νομιμοποίηση της παρουσίας του στο αρχιπέλαγος των Τσάγκος, όπου βρίσκεται η αμερικανική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία. Ο Τραμπ αρχικά δέχτηκε τη συμφωνία, αλλά στη συνέχεια στράφηκε εναντίον της, χρησιμοποιώντας την ως μέσο για να τιμωρήσει πολιτικά τον Στάρμερ. Και για όλους τους Ευρωπαίους συμμετέχοντες, θα πρέπει να υπάρξει απαίτηση για μια συγκεκριμένη δέσμευση σχετικά με την Ουκρανία: Μια υπογεγραμμένη σύμβαση για την προμήθεια του Κιέβου με αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot. Αυτή η προμήθεια, που πάντα αποτελούσε πρόκληση, θα κινδυνεύσει μετά την ταχεία εξάντληση των αποθεμάτων στον Κόλπο.

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει δηλώσει ότι οποιαδήποτε επιχείρηση συνοδείας των πλοίων θα πρέπει πιθανώς να περιμένει μέχρι να ολοκληρωθεί η αμερικανο-ισραηλινή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν. Ωστόσο, η στιγμή αυτή μπορεί να μην είναι ξεκάθαρη, και η πίεση από τον Τραμπ θα είναι έντονη. Αυτό σημαίνει ανάληψη κινδύνων, οι οποίοι θα πρέπει να συνοδεύονται από όρους και ένα τίμημα. Ο Τραμπ θα το καταλάβει – θα έκανε ακριβώς το ίδιο.

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion

Exit mobile version