«Ο Αργυρού ανησυχούσε πολύ για την τύχη του Μουσείου μετά τον θάνατό του. Έτσι η Γκλόρια, ο Χρύσανθος Χρήστου κι εγώ τον πείσαμε να προτείνει τη δωρεά του στο κράτος.
Έβαλε μόνο ως προϋπόθεση να του χαρισθούν κάτι φόροι που χρωστούσε. Παρά το γεγονός ότι το ύψος της αξίας της δωρεάς ήταν ασυγκρίτως μεγαλύτερο από το μικρό του χρέος υπήρχαν πολλά γραφειοκρατικά θέματα που έπρεπε να υπερπηδηθούν!
Με μεγάλη προσπάθεια ξεπεράστηκαν και το Υπουργικό αποδέχθηκε τη δωρεά και την ευθύνη να αναλάβει την υλοποίηση των στόχων του πρώτου Ιδρύματος που είχε δημιουργήσει ο Αργυρού, όπως αναφέρονταν στο καταστατικό του».
Μια ανεπιτήδευτη μαρτυρία της Ελένης Νικήτα για τις συνθήκες που οδήγησαν στη εδραίωση του Μουσείου Αργυρού στον Μαζωτό. Για να προσθέσει στη συνέχεια, σχεδόν καταγγελτικά, τα εξής:
«Δυστυχώς το κράτος έδειξε εδώ πόσο δυσκίνητο είναι. Το μουσείο θα ανοίξει μετά από 20 χρόνια! Η δωρεά έγινε το 1999. Έγραψα και μια μονογραφία για τον Αργυρού που παρέδωσα στο Ίδρυμα τον Δεκέμβριο του 2011. Εκδίδεται τώρα. Κάλλιο αργά παρά ποτέ… ».
Όπως και στην περίπτωση της ταλαίπωρης ΣΠΕΛ, που κι αυτή άνοιξε με 13 χρόνια καθυστέρηση το 2019, ως η …«νέα Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης», όπως είπε τότε στα εγκαίνια ο κος Χαμπιαούρης.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, από τότε που η νεοσύστατη Κυπριακή Δημοκρατία αποφάσισε το 1962 να δημιουργήσει μια αντιπροσωπευτική κρατική συλλογή έργων τέχνης για να τη στεγάσει σε μια Πινακοθήκη κάπου εκεί κοντά στο Προεδρικό.
Κάτι που δεν έγινε κατορθωτό πριν το ’74, με αποτέλεσμα τα έργα της συλλογής να καταλήξουν σε μια πρόχειρη αποθήκη στην οδό Μενάνδρου, πριν μεταφερθούν το 1990 στο ανακαινισμένο αλλά χρονίως προβληματικό Ματζέστικ στην οδό Κρήτης, εκ παραλλήλου με υποσχέσεις για ένα νέο Μουσείο στον χώρο της Αρχιγραμματείας.
Για καλύτερη φύλαξη των έργων αγοράστηκαν οι αποθήκες του Συνεργατισμού κοντά στην Πύλη Αμμοχώστου, ενώ η ιδέα ανέγερσης νέου μουσείου παραγκωνίστηκε, για ν’ ακολουθήσει η αναβάθμισή των αποθηκών προκειμένου να εξυπηρετηθεί και η «Μανιφέστα» του 2006.
Η «Μανιφέστα» ναυάγησε, και οι αποθήκες λειτούργησαν τελικά ως εκθεσιακός χώρος για εικαστικές και άλλες εκδηλώσεις, με τελευταία την έκθεση «Αγροποιητική» της «Προεδρίας», στα εγκαίνια της οποίας ο χώρος δηλώθηκε εσπευσμένα ως «το πρώτο από τα παραρτήματα του Μουσείου Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης», του τρικούβερτου ΜΟΣΤ Κύπρου, τουτέστιν Ματζέστικ – ΣΠΕΛ- Μουσείο Αργυρού.
Πίσω όμως στα δηκτικά σχόλια της Ελένης Νικήτα για τις καθυστερήσεις: με δεδομένη την ειλικρίνειά της και λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχή παρουσία της στο Υπουργείο Παιδείας από το 1977, ως διευθύντρια μάλιστα των Πολιτιστικών Υπηρεσιών από το 2003 μέχρι την αφυπηρέτησή της το 2009, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως αυτή η καθεστωτική νωχελικότητα δεν οφείλεται τόσο στους λειτουργούς του Πολιτισμού όσο στους εκάστοτε πολιτικώς προϊσταμένους, υπουργούς και υφυπουργούς, σίγουρα τους αδαήμονες ταγούς της οικονομίας, ακόμα και στον ίδιο τον όποιο Πρόεδρο.
Η ανεπιτήδευτη αγανάκτησή της για τη βραδύτητα αξιοποίησης ενός κυριολεκτικά ετοιμοπαράδοτου ιδρύματος, όπως ήταν τότε το Μουσείο Αργυρού, πηγάζει προφανώς από τη συνείδησή της ως ιστορικού.
Γιατί, αν μη τι άλλο, η αείμνηστη Ελένη Νικήτα κατάφερε μέσα από το προσωπικό ερευνητικό της έργο ν’ αντισταθμίσει την ιστοριογραφική αδράνεια που συνήθως συνεπάγεται η απουσία ενός αρχειακά συγκροτημένου μουσείου, σε μια περίοδο μάλιστα που η σχετική ακαδημαϊκή έρευνα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.
Όχι βέβαια πως σήμερα ανθεί στα πανεπιστήμια της χώρας. Μάλλον υποτονικές οι εκεί αναζητήσεις, χωρίς τη ζέση που χαρακτήριζε πολλούς διανοούμενους των πρώτων δεκαετιών της Κυπριακής Ανεξαρτησίας στην προσπάθειά τους να την επενδύσουν ιδεολογικά και να τη στηρίξουν συνεκτικά με ανθεκτικά ταυτοτικά στοιχεία, ίσως κατά το ιστορικό πρότυπο της γενιάς του ’30 στην Ελλάδα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η τιμητική παρουσία της Αφροδίτης του «ναΐφ» Αργυρού στην έκθεση «Beauty in question», που εγκαινίασε τις προάλλες στο Βερολίνο η Λίνα Κασσιανίδου, θυγατέρα της Γκλόριας, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια όψιμη τεκμηρίωση «της πολύ καλλιεργημένης ομαδικής ψυχής του… κυπριακού λαού», αν είναι να παραφράσουμε τον Σεφέρη.
Ελεύθερα, 05.04.2026


