Οι νερόμυλοι της Κύπρου. Κείμενα-Επιμέλεια Γιάννης Κυπρή. Εκδόσεις Εν Τύποις, 2022
Μόνο ακροθιγώς σε επιλεκτικά σημεία δύνασαι να προσεγγίσεις την παρουσίαση του μνημειώδους τόμου άρτιας εκδοτικής επιμέλειας στις 669 ευμεγέθεις σελίδες και τις δέκα ενότητες της δομικής του συνάρθρωσης, ιδίως στο πέμπτο κύριο μέρος των πολλαπλών κεφαλαίων του.
Ένα έργο μακρόπνοης επιτόπιας έρευνας 30 περίπου χρόνων, όπως και εντρύφησης σε πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές, που εκπονήθηκε με την εποικοδομητική συνεργασία και τον παραδειγματικό ζήλο των αείμνηστου Χρήστου Δημητρακόπουλου, Κώστα Οικονομίδη και Γιάννη Κυπρή για τον εντοπισμό τών από αρχαιοτάτων χρόνων νερόμυλων στην Κυπριακή ύπαιθρο και τη σημασία της συνεισφοράς τους όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και την ανάδειξη της ιστορικής, λαογραφικής, αρχιτεκτονικής και της εν γένει πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου. Η αποτίμηση των ζωτικής εμβέλειας σημαντικών αυτών υποδομών τεκμαίρεται στα εύληπτα κείμενα, που βρίθουν διαφωτιστικών πληροφοριών, καθώς και στην εποπτικοποίησή τους μέσα από πλειάδα έγχρωμων φωτογραφιών, τοπικών χαρτών, σχεδιαγραμμάτων, κρατικών εγγράφων, όπως των αρχείων του Κτηματολογίου, και προσφυών παλαιότερων δημοσιευμάτων.
Στο προλογικό ευσύνοπτο διάγραμμα της μονογραφίας αναφέρεται η καταγραφή 650 νερόμυλων παγκυπρίως, εκ των οποίων οι 227 δεν διασώζουν ίχνη είτε η τοποθεσία τους δεν κατορθώθηκε να ταυτοποιηθεί. Για τη χρονολόγηση της οικοδόμησης και της μακράς είτε βραχύχρονης λειτουργίας τους σημειώνεται ότι δεν υπάρχουν επακριβή στοιχεία, είναι ωστόσο αποκαλυπτικοί οι κατά καιρούς αριθμοί των απογραφών. Το 1572 λειτουργούσαν 304 νερόμυλοι, το 1832/33 πιθανολογούνται 388, μερικοί σε αχρησία, ενώ το 1920 ελαττώνονται στους 298, άρα κατά την προβιομηχανική περίοδο υπολογίζεται ότι υπήρχαν εν ενεργεία 300 έως 400 νερόμυλοι.
Η χρήση των νερόμυλων στην Κύπρο ανάγεται στους Βυζαντινούς Χρόνους, σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις, αλλά επιβεβαιώνεται επί Φραγκοκρατίας (1191-1489 μ.Χ.) και εντεύθεν στα γνωστά έργα του Αρχιμανδρίτη Κυπριανού, του Λεόντιου Μαχαιρά και του Φλώριου Βουστρώνιου. Ιδιαίτερη μνεία εστιάζεται στους μύλους των κεφαλόβρυσων της Κυθρέας και της Λαπήθου. Αλματώδης αύξηση των αλευρόμυλων παρατηρείται την περίοδο της Ενετοκρατίας (1489-1570) για τις ανάγκες του στρατού και της Βενετίας, της οποίας η Κύπρος υπήρξε ο κύριος τροφοδότης σε σιτηρά και αλάτι. Επί Τουρκοκρατίας σημαντικό αριθμό υδρόμυλων κατείχε πρωτίστως η ανέκαθεν περιώνυμη σε οικονομικές δραστηριότητες Μονή Κύκκου, καθώς και άλλα μοναστήρια και μουσουλμανικά βακούφια. Την αρχή της Αγγλοκρατίας μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα σηματοδοτεί η σταδιακή υποχώρηση των νερόμυλων έναντι των ατμόμυλων, κυρίως της εισαγωγής των εύχρηστων πετρελαιοκίνητων και ηλεκτροκίνητων κυλινδρόμυλων και εξ αιτίας της τραγικής ανομβρίας του 1931-33.
Η τρίτη ενότητα επιγράφεται «Μεθοδολογία και πηγές της έρευνας, ταυτοποίησης και καταγραφής των νερόμυλων» και αφορά τόσο στην υπαίθρια περιοδεία των ερευνητών για το «κυνήγι των νερόμυλων» και τη συγκομιδή ζωντανών μαρτυριών από κατοίκους των χωριών, όπου άλλοτε δέσποζαν τα κτίσματα αυτά και κεφαλαιώδη μέσα επιβίωσης των προγόνων τους, όσο και στην αναζήτηση μοναστηριακών, μητροπολιτικών και Αρχιεπισκοπικών κωδίκων, αξιόλογων ερευνητικών προγραμμάτων, πολυπληθών εντοπιογραφιών και έγκριτων μελετών.
Η επόμενη ενότητα εξηγεί ενδελεχώς τον Ελληνικό και Ρωμαϊκό τύπο (αλακάτα) της αρχιτεκτονικής κατασκευής των νερόμυλων, της φιλοτέχνησής τους με οικόσημα των κτιτόρων και σταυρούς, αποτρεπτικούς του κακού, τον τρόπο λειτουργίας και της χρήσης τους σε διάφορες περιοχές της Κύπρου για παραγωγή αλεύρου, αλλά και πουργουριού, εκκοκισμού του βαμβακιού, άλεσμα καλαμποκιού, ρεβυθιού για τα «αρκατένα», χαρουπιών, αλατιού, γύψου έως και ενδεχομένως μπαρουτιού.
Την εκτενέστερη πραγμάτευση του πονήματος συγκροτούν οι «Νερόμυλοι κατά Επαρχία» με αλφαβητική σειρά. Σημειωτέον ότι για κάθε επαρχία και τις υπό εξέταση κοινότητές της προτάσσονται ιστορικογεωγραφικές αναφορές σε σχέση κυρίως με την υδροδότηση, τους ποταμούς και τις πηγές τους. Εύστοχη η προμετωπίδα των παραδοσιακών στίχων, που αφιερώνονται στην Αμμόχωστο, την Κερύνεια και σε όλα τα σκλαβωμένα εδάφη μας: «Το τέρτιν της καρτούλλας μου/ δκυο μύλοι έν τ’ αλέθουν/ μήτε οι στράτες το χωρούν/ μ’ οι ποταμοί που τρέχουν». Για τις δύο κατεχόμενες πόλεις, που δεν έχουν ποταμούς να διαρρέουν πέραν του ενός χωριού τους, οι νερόμυλοι ταξινομούνται κατ’ αλφαβητική επίσης διάταξη των κοινοτήτων και των τοπωνυμικών περιοχών τους, ενώ για τις ελεύθερες πόλεις ακολουθείται η αλφαβητική ιεράρχηση των ποταμών που διαρρέουν πέραν της μιας κοινότητες και διέθεταν νερόμυλους. Η καταγραφή τους εμφαίνει τη ροή εκάστου ποταμού από τις πηγές μέχρι τις εκβολές του. Από το ευρύ φάσμα τών ανά την Κύπρο νερόμυλων ενδεικτικές οι κάτωθι επισημάνσεις για δύο υπό Τουρκική κατοχή κωμοπόλεις μας.
Στην Ακανθού, κατ’ αρχήν, η πηγή «Μάνα», που ικανοποιούσε τις υδρευτικές και εν μέρει τις αδρευτικές της ανάγκες, έθετε σε κίνηση επίσης πέντε από τους εννέα της μύλους. Ο πρώτος μεγάλος αλευρόμυλος της Εκκλησιάς, μια ξύλινη αλακάτα με κάδους, δίπλα στο ανατολικό περιτείχισμα του ναού του Χρυσοσώτηρα, που συνέβαλε στο κτίσιμό του και που με την επέκταση του υδραγωγείου το 1945 μετακινήθηκε προς τα νότια του περιτειχίσματός του. Οι άλλοι νερόμυλοι φέρουν τις ονομασίες των ιδιοκτητών και/ή των τοπωνυμίων τους: του Άη Γιάννη, του Πέτρου ή του Γιωρκή Καμμιτσιάρη, του Χαραλαμπή στον Καλόηρο, του Έλληνα στα Τερατσούθκια και στο Πηγάδι, που έτυχε κάποιας αναπαλαίωσης από το κατοχικό καθεστώς, στο Πηγάδι, του οποίου απέμειναν ελάχιστα ερείπια, και στον Αγγαρρεμένο.
Ο Κεφαλόβρυσος της Κυθρέας, που την ανέδειξε ως το σημαντικότερο κέντρο αλευροποιίας στην Κύπρο και κατά την αρχαιότητα μετέφερε νερό στη Σαλαμίνα μέσω του υδραγωγείου στον Άγιο Σέργιο, έδινε ζωή στις έξι ενορίες και στους καταγεγραμμένους εδώ 34 νερόμυλούς της: του Αγίου Αντωνίου, του Σμαήλη, του Αμπελιού, της Ελιάς, Μαινεβίσσος, Πάνω και Κάτω Ρηάτικος, του Λουτρού, Παρτελεμές, Συρκάνος, της Στράτας, του Ποταμού, Συκαμιόμυλος, της Τερατσιάς, Γιατρός, του Μαχαιρά, Βούππος, του Αρχαγγέλου, Ξυλέβρικος, Τρινάλλης, Μοσχοπόδας, Μαρμαρέτης, Κορόμυλος, Πλουμίστης, Συρκαλές, Συρκανούδι, Καραμεμμέτης, Μαρρής, Στέφανος, Κορόνας, Χάβρικα, Πετονάτζι, Καλογεράτος και του Χρυσοστόμου στο Νέο Χωρίο Κυθρέας. Ένα έργο πολυσχιδούς Κυπρολογικής αναφοράς.
Φιλελεύθερος 23.3.2025


