Ένα υπόγειο δίκτυο και μια αδιαφανής αυτοκρατορία ακινήτων που συνδέεται με τον γιο και φερόμενο διάδοχο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν φέρεται να αναπτύσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο, παρά τις αυστηρές διεθνείς κυρώσεις σε βάρος του καθεστώτος της Τεχεράνης.
Σε έναν ήσυχο, δενδροφυτεμένο δρόμο στο βόρειο Λονδίνο, γνωστό ως Billionaire’s Row, πολυτελείς επαύλεις παραμένουν σχεδόν άδειες πίσω από ψηλούς φράχτες και βαριές μαύρες πύλες. Παιδιά περπατούν στο πεζοδρόμιο, ενώ ιδιωτικοί φρουροί περιπολούν με SUV την περιοχή. Τίποτα σε αυτό το σκηνικό δεν προδίδει ότι πίσω από τις προσόψεις αυτών των κατοικιών κρύβεται ένα από τα πιο αδιαφανή και ισχυρά οικονομικά δίκτυα της Μέσης Ανατολής, σύμφωνα με ένα εκτενές ρεπορτάζ του Bloomberg.
Η τελική ιδιοκτησία πολλών από αυτά τα ακίνητα, σύμφωνα με την έρευνα του διεθνούς ΜΜΕ, καταλήγει, μέσω ενός λαβυρίνθου εταιρειών-βιτρινών, στον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, δεύτερο γιο του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Ο 56χρονος κληρικός, που θεωρείται εδώ και χρόνια πιθανός διάδοχος του πατέρα του, φέρεται να επιβλέπει ένα παγκόσμιο επενδυτικό δίκτυο αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, παρά το αυστηρό καθεστώς διεθνών κυρώσεων κατά της Τεχεράνης.
Ο γιος του Αλί Χαμενεΐ και το δίκτυο
Ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ παραμένει σχεδόν αόρατος στη δημόσια σφαίρα. Σε αντίθεση με άλλες πολιτικές δυναστείες, αποφεύγει τις επίσημες εμφανίσεις, δεν παραχωρεί συνεντεύξεις και δεν κατέχει θεσμικό ρόλο. Ωστόσο, δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών και άτομα με άμεση γνώση των συναλλαγών του τον περιγράφουν ως μια από τις πιο ισχυρές φιγούρες πίσω από το παρασκήνιο του ιρανικού συστήματος εξουσίας, με στενούς δεσμούς με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC).
Σύμφωνα με αυτές τις πηγές, ο νεότερος Χαμενεΐ έχει εμπλακεί άμεσα σε επενδυτικές συναλλαγές τουλάχιστον από το 2011, χωρίς ωστόσο να εμφανίζεται ποτέ επίσημα ως ιδιοκτήτης. Η στρατηγική του βασίζεται στη χρήση έμπιστων μεσαζόντων, offshore εταιρειών και πολύπλοκων τραπεζικών διαδρομών που δυσκολεύουν τον εντοπισμό της πραγματικής ιδιοκτησίας.
Κεντρικό πρόσωπο σε αυτή την οικονομική αρχιτεκτονική είναι ο Ιρανός επιχειργματίας στον κλάδο των κατασκευών και τραπεζών, Αλί Ανσάρι. Οι βρετανικές αρχές τον χαρακτήρισαν το 2024 «διεφθαρμένο Ιρανό τραπεζίτη και επιχειρηματία», επιβάλλοντάς του κυρώσεις για οικονομική υποστήριξη δραστηριοτήτων του IRGC. Ο ίδιος αρνείται κάθε σχέση με τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ.
Παρά τις διαψεύσεις, δυτικές μυστικές υπηρεσίες εκτιμούν ότι ο Ανσάρι λειτουργεί ως βασικός διαχειριστής και «ονομαστικός κάτοχος» περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό του Χαμενεΐ. Μέσω εταιρειών σε φορολογικούς παραδείσους το δίκτυο διοχέτευσε κεφάλαια σε ακίνητα, ξενοδοχεία και τραπεζικούς λογαριασμούς σε όλη τη Δύση.
Η βασική πηγή αυτών των κεφαλαίων, σύμφωνα με την έρευνα, είναι οι πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου. Επισήμως, τις εξαγωγές διαχειρίζεται η κρατική National Iranian Oil Company. Στην πράξη όμως, οι κυρώσεις έχουν δημιουργήσει ένα παράλληλο, αδιαφανές σύστημα εμπορίας, όπου εταιρείες-βιτρίνες και άτυποι έμποροι διακινούν πετρέλαιο εκτός των επίσημων καναλιών, επισημαίνει το δημοσίευμα.
Η «εικόνα» και η πραγματικότητα
Οι ελίτ που βρίσκονται κοντά στον Ανώτατο Ηγέτη και στο IRGC -μεταξύ αυτών και ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ -φέρονται να ελέγχουν κρίσιμους κόμβους αυτών των δικτύων. Τα έσοδα μεταφέρονται στη συνέχεια σε τράπεζες στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελβετία, το Λιχτενστάιν και τα ΗΑΕ, πριν επενδυθούν σε δυτικές αγορές ακινήτων.
Στο Λονδίνο μόνο, το Bloomberg εντόπισε περισσότερες από δώδεκα ιδιοκτησίες που συνδέονται με το δίκτυο, συνολικής αξίας άνω των 100 εκατομμυρίων λιρών. Μία από αυτές αγοράστηκε το 2014 έναντι 33,7 εκατομμυρίων λιρών. Παρόμοια επενδυτικά εγχειρήματα εντοπίζονται σε πολυτελή ξενοδοχεία στη Φρανκφούρτη, τη Μαγιόρκα, το Παρίσι και το Τορόντο, καθώς και σε βίλες στο Ντουμπάι.
Στο εσωτερικό του Ιράν, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης προβάλλουν την οικογένεια Χαμενεΐ ως υπόδειγμα λιτότητας και θρησκευτικής αφοσίωσης. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι τα ξένα περιουσιακά στοιχεία χρηματοδοτούν έναν πολυτελή τρόπο ζωής. Ωστόσο, η ύπαρξη μιας τέτοιας κρυφής περιουσίας έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη ρητορική του καθεστώτος, ιδιαίτερα σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής κρίσης.
Η αύξηση της φτώχειας, ο πληθωρισμός και οι μαζικές διαδηλώσεις των τελευταίων ετών έχουν εντείνει τη λαϊκή οργή κατά της πολιτικής ελίτ. Στο στόχαστρο βρίσκονται συχνά οι γόνοι της ελίτ ένας όρος που χρησιμοποιείται υποτιμητικά για να περιγράψει τους απογόνους της εξουσίας που πλουτίζουν χάρη στις πολιτικές διασυνδέσεις των οικογενειών τους.
Το ερώτημα της διαδοχής στο Ιράν
Η συζήτηση για το ποιος θα διαδεχθεί τον 86χρονο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ γίνεται σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές για την Ισλαμική Δημοκρατία από το 1989. Η οικονομία παραμένει αποδυναμωμένη από τις κυρώσεις, η περιφερειακή επιρροή του Ιράν έχει δεχθεί πλήγματα μετά τη σύγκρουση στη Γάζα και τις ισραηλινές και αμερικανικές επιθέσεις, ενώ η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025 έχει εντείνει τη διεθνή πίεση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το εξωτερικό οικονομικό χαρτοφυλάκιο του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Για κάποιους λειτουργεί ως «μαξιλάρι ασφαλείας» για το καθεστώς ή την οικογένεια σε περίπτωση πολιτικής αστάθειας. Για άλλους, αποτελεί απλώς ακόμη μία ένδειξη της συστηματικής κατάχρησης των αδυναμιών του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος.
Οι αποκαλύψεις έχουν προκαλέσει αντιδράσεις σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αξιωματούχοι στη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο εξετάζουν το ενδεχόμενο περαιτέρω ελέγχων, ενώ οργανώσεις όπως η Transparency International ζητούν αυστηρότερα μητρώα πραγματικών δικαιούχων και ουσιαστική εφαρμογή των κυρώσεων.
«Η αγορά ακινήτων δεν πρέπει να λειτουργεί ως θυρίδα ασφαλείας για τους κολλητούς καταπιεστικών καθεστώτων», τονίζει ο Ben Cowdock της Transparency International UK. Αντίστοιχα, η αναπληρωτής δήμαρχος της Φρανκφούρτης, Nargess Eskandari-Grunberg, μιλά για «κατάχρηση του συστήματός μας» από το ιρανικό καθεστώς.
iefimerida.gr










