Για να διαβάζετε τα «Ελεύθερα», είστε υποψιασμένοι αναγνώστες. Θα έχετε προσέξει τον υπότιτλό του: «Πολιτική για τον Πολιτισμό». Μια όμορφη σύμπτωση (;) καθώς μέσα στο 2025 επανεκδόθηκε η εξαντλημένη εδώ και χρόνια «Πολιτική του Πολιτισμού» (εκδ. Πόλις) της αείμνηστης Μυρσίνης Ζορμπά.
Το βιβλίο, όπως ορθώς αναφέρεται στο εκδοτικό σημείωμα, δεν είναι απλώς από τα πιο έγκριτα των ελληνόφωνων πολιτισμικών σπουδών αλλά ίσως και το μοναδικό με τέτοιο εύρος προσέγγισης και αφηγήματος.
Βασικός άξονας του βιβλίου είναι το δίπολο «δημόσια πολιτισμική πολιτική VS πολιτισμός της καθημερινής ζωής». Η συζήτηση είναι αρκετά παλιά αλλά αναπλαισιώθηκε κατά τα χρόνια της «πολυκρίσης». Μαζί με την πλημμυρίδα νομοθεσιών, κρατικής τεχνογνωσίας και ολιγοπωλιακών ιδρυμάτων, αναδεικνύονται αυτόνομες δυνάμεις – όχι απαραίτητα καλλιτεχνικές. Ο πολιτισμός παύει να ταυτίζεται μονοθεματικά με την υποστήριξη των τεχνών. Οι τάσεις, οι στάσεις, οι καθημερινές πρακτικές διεκδικούν ισότιμο λόγο επιχειρώντας να δημιουργήσουν ή να επηρεάσουν τις αναπαραστάσεις του εαυτού μας και του κόσμου.
Το ζήτημα για μια κοινωνία που επιζητά την πρόοδο είναι η σύνδεση των δύο αυτών, εκ πρώτης όψεως, αγεφύρωτων οχθών: «Η πραγματική πρόκληση για την πολιτισμική πολιτική (policy) βρίσκεται στη σύνδεσή της με τις ευρύτερες εκφράσεις, αναζητήσεις και ζυμώσεις της ρέουσας καθημερινής ζωής (politics). […] Πρόκειται για μια πολιτική παρέμβαση με στόχο την ώσμωση, τη μετατροπή των εντάσεων σε διάλογο, την αξιοποίηση των πολιτισμικών πόρων, τη δικαιότερη αναδιανομή του πολιτισμικού κεφαλαίου».
Αυτός ο αναπροσανατολισμός της πολιτισμικής πολιτικής παρέχει στις κοινωνίες ένα ισχυρό εργαλείο κοινωνικής αλλαγής. Η αντιμετώπιση των κοινωνικών παθογενειών παύει να είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των Αρχών και γίνεται (και) πολιτισμική προτεραιότητα. Βεβαίως, εδώ, στην Κύπρο, «καλός πολίτης» σημαίνει, για τους ενήλικες, «νομοταγής νοικοκυραίος» και, για τους ανήλικους, «καλός και υπάκουος μαθητής». Γι’ αυτό και ό,τι κακό συμβεί –περιστατικά ακραίας νεανικής παραβατικότητας, πογκρόμ εναντίον μεταναστών, κακοποίηση ζώου – περιμένουμε να αντιμετωπιστούν μονομερώς από το σχολείο, τις ΥΚΕ, την αστυνομία, τα δικαστήρια. «Το μπούλινγκ, ο χουλιγκανισμός, η ξενοφοβία […]», επιμένει μοναχικά η Ζορμπά, «απαιτούν παρεμβάσεις πολιτισμικής πολιτικής με την ευρεία έννοια. Επειδή αφορούν την κουλτούρα της καθημερινής ζωής, δεν αρκεί μια καμπάνια δημοσιότητας, […] δεν αρκεί η ηθικολογία και άλλες ανώφελες ρητορικές […] αλλά απαιτείται μια δέσμη μεταρρυθμίσεων που θα στηρίζεται στη σταθερή σύμπραξη πολλών και διαφορετικών δρώντων για μεγάλο διάστημα».
Σε επίπεδο πολιτισμού, στα παιδιά που αλληλοτραυματίζονται σε συμπλοκές, δεν προσφέρθηκε ποτέ η ευκαιρία να αποκτήσουν τη συναίσθηση ότι π.χ. η όπερα και ο σύγχρονος χορός μπορούν να τα αφορούν όσο και τα μπουζούκια ή το ποδόσφαιρο: «Χρειάζεται να φτάσουμε σε νέες αντιλήψεις για την ώσμωση υψηλής και λαϊκής κουλτούρας, την πρόσβαση, τη συμμετοχή, την παραγωγή νοημάτων, τη διαφορετικότητα, τον πλουραλισμό. Το ζήτημα δεν είναι πια να μοιραστεί δικαιότερα το πολιτισμικό αγαθό (εκδημοκρατισμός της κουλτούρας), αλλά να αλλάξει η έννοια του πολιτισμικού αγαθού και ο τρόπος με τον οποίο φανταζόμαστε τη χρήση και την απόλαυσή του (πολιτισμική δημοκρατία). […] Όπως το διατύπωσε ο R. Williams […], δεν φτάνει να διανεμηθεί πιο πλατιά το γνωστό χρυσάφι, αλλά πρέπει να αλλάξει το νόμισμα».
Μια πολιτισμική δημοκρατία απαιτεί και την αναγνώριση «πολιτισμικής ιθαγένειας» στους πολίτες της, λέει η Ζορμπά. Πολιτισμική ιθαγένεια σημαίνει μια αμετάκλητη ιδιότητα, τόσο αυτοδίκαιη όσο και το δικαίωμα στη ζωή, λέμε εμείς. Σημαίνει διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων στην κατεύθυνση ενός πολιτισμικού ουμανισμού. Σημαίνει το δικαίωμά μου όχι μόνο να απολαμβάνω απρόσκοπτα αλλά και να δημιουργώ με απόλυτη ελευθερία, να θεώμαι αλλά και να δημιουργώ, να επηρεάζω, να πρεσβεύω, να μεταδίδω, να ολοκληρώνω την ιδιότητα της πολιτικής μου ιθαγένειας μέσω της συμμετοχής στον πολιτισμό.
Αν τα αμέσως παραπάνω ακούγονται θεωρητικά, ας σκεφτούμε πού στεκόμαστε ως Κύπρος όταν κάθε τρεις και λίγο πρέπει να απολογούμαστε για έναν πίνακα που αναπαριστά τα ιερά και όσια, για μια ποιητική συλλογή που μιλά για Γάζα ή μια θεατρική παράσταση όπου ακούγεται η φράση «ένα αγόρι μπορεί να αγαπά ένα αγόρι».
Μια Μυρσίνη Ζορμπά μάς χρειάζεται.
Ελεύθερα, 25.1.2026









