Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου αναμένεται αύριο να θέσει σε αργία τον έκπτωτο Μητροπολίτη (τέως Πάφου) Τυχικό, παρά τις κινήσεις στις οποίες προβαίνει με σκοπό να αποτρέψει την επιβολή νέας ποινής.
Αν και η Ιερά Σύνοδος έχει την ευχέρεια ακόμη και να καθαιρέσει τον κ. Τυχικό, σύμφωνα με πληροφορίες του philenews από έγκυρες πηγές, θα περιοριστεί στην κήρυξη του σε αργό, κάτι το οποίο ουσιαστικά θα τον θέσει όχι μόνο εκτός Συνόδου αλλά και εκτός Ιεραρχίας, ενώ παράλληλα τίθεται και στο περιθώριο για μακρό χρονικό διάστημα, όπως θα συνέβαινε και σε περίπτωση καθαίρεσής του.
Ο Τυχικός είχε στείλει με επιδότη επιστολή το απόγευμα της 5ης Ιανουαρίου στην Ιερά Σύνοδο ενημερώνοντας τους Συνοδικούς για την πρόθεση του να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια διεκδικώντας επαναφορά του στη Μητρόπολη Πάφου.
Στην ίδια επιστολή περιλαμβανόταν και «ομολογία πίστεως» η οποία, ωστόσο, ούτε κατά διάνοια έχει σχέση με την ομολογία πίστεως που του ζητήθηκε να υπογράψει. Συγκεκριμένα, ενώ του είχε ζητηθεί να υπογράψει λίβελο πίστεως δια της οποίας να αποκηρύξει τον αποτειχισμό και να αναγνωρίζει όλες τις οικουμενικές Συνόδους (περιλαμβανομένης και αυτής του Κολυμπαρίου Κρήτης την οποία δεν αναγνωρίζουν οι αποτειχιστές) έστειλε το κείμενο το οποίο διαβάζει κάποιος όταν ενθρονίζεται Μητροπολίτης.
Η στάση του κ. Τυχικού ερμηνεύεται από Συνοδικούς και ως ανυπακοή, όχι μόνο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου αλλά και του ιδίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου το οποίο είχε υιοθετήσει την απόφαση της Ιεράς Συνόδου για έκπτωσή του. Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό να επισύρει την επιβολή ποινής εις βάρος του.
Όσον αφορά την πρόθεσή του για προσφυγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων θεωρείται από εκκλησιαστικούς κύκλους άνευ αντικειμένου και καταδικασμένη σε αποτυχία. Και αυτό, όπως υποδεικνύουν επειδή υπάρχει και σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα η απόφαση εξεδόθη στις 9 Σεπτεμβρίου 2024 ύστερα από προσφυγή του καθαιρεθέντος ηγουμένου της Μονής Οσίου Αββακούμ Νεκταρίου, ο οποίος είχε ζητήσει έκδοση απαγορευτικού διατάγματος σχετικά με τους χειρισμούς της υπόθεσης του Μοναστηριού και την ποινή που επεβλήθη σε αυτόν και σε άλλους μοναχούς.
Στην απόφαση καταγράφονται και τα ακόλουθα:
«Ειδικότερα, το Άρθρο 110.1 του Συντάγματος προνοεί ότι:
«Η αυτοκέφαλος ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίσει έχουσα το αποκλειστικόν δικαίωμα ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών αυτής υποθέσεων και της περιουσίας αυτής συμφώνως τοις Ιεροίς Κανόσι και τω εν ισχύϊ Καταστατικώ Χάρτη αυτής. Η ελληνική Κοινοτική Συνέλευσις δεν δύναται όπως ενεργεί αντιθέτως προς το ειρημένον δικαίωμα της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου.»
«Η Εκκλησία της Κύπρου, όχι μόνο δύναται να θεωρηθεί από νομική άποψη, όπως και στην Ελλάδα τούτο ισχύει, «ως αυτοτελείς και αυτοδιοικούμενος οργανισμός με ίδιαν δικαιοδοσία αλλ’ εντός του κράτους οργανισμός έλκων απ’ ευθείας εκ του Συντάγματος δικαιώματα», αλλά τυγχάνει περισσότερων προνομίων και μεγαλύτερης αυτονομίας και ανεξαρτησίας από ότι στην Ελλάδα, έχοντας μεταξύ άλλων, συνταγματικά κατοχυρωμένο (Άρθρο 110.1), το αποκλειστικό δικαίωμα ρύθμισης και διοίκησης των εσωτερικών της υποθέσεων σύμφωνα με τον Κ.Χ.Ε.Κ και τους Ιερούς Κανόνες».
Σχετικά με το άρθρο 139 του Συντάγματος καταγράφεται ότι:
«… Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου δεν είναι δημιούργημα ή και δεν έχει υποσταθεί θεσμοποιημένη από το Σύνταγμα ή το Νόμο αλλά είναι ιδιάζων οργανισμός ιδιωτικού δικαίου. Δεν είναι όργανο κυβερνήσεως ούτε ενεργεί για τη Δημοκρατία. Δεν έχει, ούτε ασκεί κρατική πολιτειακή εξουσία, ούτε υπόκειται σε κρατικό έλεγχο. Ως εκ τούτου δεν είναι αρχή εν τη Δημοκρατία με την έννοια του όρου στο εδάφιο 3(δ) του Άρθρου 139 του Συντάγματος και δεν νομιμοποιείται στην άσκηση προσφυγής κάτω από το Άρθρο αυτό».


