19 Μαρτίου, 2026
8:23 πμ

Τρία «όπλα» είχε η Κύπρος πριν την έναρξη των πολεμικών συρράξεων στη Μέση Ανατολή: Πλεόνασμα (€539 εκατ. τον Ιανουάριο), σχεδόν μηδενικό πληθωρισμό (0,9%) και χαμηλό δημόσιο χρέος (55% του ΑΕΠ), που της δίνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα να αντέξει κραδασμούς.

Το θέμα είναι τι γίνεται από εδώ και πέρα, καθώς μια σειρά από αρνητικές συγκυρίες ήρθαν να προστεθούν στις γεωπολιτικές αναταράξεις, ενισχύοντας το περιβάλλον των πληθωριστικών πιέσεων και δημιουργώντας ερωτήματα μέχρι πότε θα υπάρχουν αντοχές για περιορισμένο πληθωρισμό.

Χθες, η Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και η Eurostat ανακοίνωσαν τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών αντίστοιχα, για τον Φεβρουάριο. Τα καλά νέα είναι ότι η Κύπρος είναι η δεύτερη οικονομία μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το χαμηλότερο επίπεδο πληθωρισμού. Τον Φεβρουάριο του 2026 κατέγραψε ποσοστό 0,9%, σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,9%) και της ΕΕ (2,1%), ενώ τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2026 ήταν 0,1% και 1,2% αντίστοιχα.

Τον Φεβρουάριο του 2025 η Κύπρος είχε εναρμονισμένο πληθωρισμό 2,3% και σ’ ένα χρόνο σημείωσε σημαντική αποκλιμάκωση. Τον χαμηλότερο πληθωρισμό 0,5% είχε τον Φεβρουάριο η Δανία, ακολουθούν η Κύπρος 0,9%, η Τσεχία 1%, Γαλλία 1,1%, Βέλγιο 1,4%, Ιταλία 1,5%, Ουγγαρία 1,6%, Σουηδία 1,7%, Φιλανδία και Λουξεμβούργο 1,8%, Γερμανία 2%, Βουλγαρία και Πορτογαλία 2,1%, Μάλτα και Ολλανδία 2,3%, Λετονία 2,4%, Ισπανία, Πολωνία και Ιρλανδία 2,5%, Σλοβενία 2,8%, Ελλάδα 3,1%, Εσθονία 3,2%, Λιθουανία 3,3%, Κροατία κα Σλοβακία 4%, Ρουμανία 8,3%.

Η Στατιστική Υπηρεσία ανακοίνωσε ότι ο ετήσιος πληθωρισμός στην Κύπρο διαμορφώθηκε στο 0,94% Φεβρουάριο του 2026. Συγκριτικά με τον Φεβρουάριο του 2025, οι κατηγορίες αναψυχή, αθλητισμός και πολιτισμός (5,4%) και εστιατόρια και υπηρεσίες παροχής καταλύματος (4,9%) παρουσίασαν τη μεγαλύτερη θετική (ανοδική) μεταβολή. Οι μεγαλύτερες αρνητικές μεταβολές (μειώσεις) καταγράφηκαν στις κατηγορίες ένδυση και υπόδηση (-6,2%) και στέγαση, ύδρευση, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και άλλα καύσιμα (-3,5%).

Το ερώτημα είναι τι γίνεται από εδώ και πέρα και τι ποσοστά πληθωρισμού επιφυλάσσουν ο Μάρτιος και ο Απρίλιος, δύο μήνες για τους οποίους υπάρχουν ανησυχίες ότι θα δώσουν νέα ώθηση σε πληθωριστικές πιέσεις.

Στις 28 Φεβρουαρίου ξεκίνησε ο πόλεμος ΗΠΑ- Ισραήλ κατά του Ιράν και οι αγορές αντέδρασαν άμεσα αρνητικά, υπό τον φόβο ελλείψεων στην προσφορά ενεργειακών προϊόντων και εκτόξευσης της τιμής του βαρελιού μπρεντ και όλων των παραγώγων του.

Οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν λίγο πάνω από τα εκατό δολάρια το βαρέλι (χθες πλησίασαν τα 110 δολάρια), εξαιτίας του συνεχιζόμενου πολέμου. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι η Κύπρος, ως χώρα που εισάγει καύσιμα και για τις μεταφορές και για την ηλεκτροπαραγωγή, θα δει τα επόμενα εισαγόμενα φορτία με αρκετά αυξημένες τιμές.

Τα καύσιμα αποτελούν έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για τη διαμόρφωση του πληθωρισμού, καθώς επηρεάζουν άμεσα και έμμεσα το κόστος παραγωγής και την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Και στη συνέχεια λειτουργούν ως «καύσιμο» για την άνοδο των τιμών στα ράφια, προκαλώντας πληθωριστικές πιέσεις. Τα καύσιμα είναι απαραίτητα για τη μεταφορά προϊόντων και όταν ακριβαίνουν αυξάνεται το κόστος μεταφοράς (logistics), το οποίο μετακυλίεται τελικά στην τελική τιμή του προϊόντος, αυξάνοντας το κόστος για τους καταναλωτές.

Πολλές βιομηχανίες χρησιμοποιούν καύσιμα για την παραγωγική τους διαδικασία. Η αύξηση του κόστους ενέργειας αυξάνει το κόστος παραγωγής των αγαθών, γεγονός που επίσης οδηγεί σε ανατιμήσεις.

Η δεύτερη πηγή ανησυχίας αφορά τον αφθώδη πυρετό σε αιγοπρόβατα και αγελάδες και σε ποιο βαθμό θα επιδράσει η κρίση στην κτηνοτροφία στον πληθωρισμό, κυρίως μέσω πιθανής διατάραξης της εφοδιαστικής αλυσίδας τροφίμων. Τον Φεβρουάριο 2026 ο δείκτης τροφίμων σημείωσε ετήσια μεταβολή (αύξηση) 2,70%, χωρίς να είναι έντονα τα κρούσματα του αφθώδους πυρετού και χωρίς αυξήσεις στον ηλεκτρισμό ή τα καύσιμα κίνησης. Η θανάτωση μεγάλου αριθμού μολυσμένων ή ύποπτων ζώων, οδηγεί σταδιακά σε μειωμένη παραγωγή κρέατος και γάλακτος. Η μείωση της προσφοράς, σε συνδυασμό με τη σταθερή ή αυξανόμενη -λόγω του Πάσχα- ζήτηση, οδηγεί αναπόφευκτα σε αύξηση των τιμών.

Exit mobile version