Ο γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης, μιλά για το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Σ’ εσάς που με ακούτε», το οποίο σκηνοθετεί στον ΘΟΚ αλλά και για την πορεία του στον χώρο του θεάτρου, που μοιράζεται ανάμεσα στην Κύπρο και την Ελλάδα.
– Πώς έχει διαμορφωθεί η σχέση σου με την Κύπρο 15 χρόνια μετά το «Λίγο Ακόμα»; Το Λίγο Ακόμα το φτιάξαμε μαζί με τον Φώτη Νικολάου το 2011. Ήταν μια παράσταση που αγαπήσαμε πολύ και αγκαλιάστηκε θερμά από τον κόσμο. Θα μπορούσα να εκμεταλλευτώ τη συγκυρία και να ριχτώ στη σκηνοθεσία αλλά μου πήρε έξι χρόνια για να σκηνοθετήσω ξανά. Είμαι λίγο αργός και δεν παίρνω γρήγορα αποφάσεις. Όταν, έξι χρόνια μετά, έκανα το Μινέττι του Μπέρνχαρντ, η επιθυμία μου να σκηνοθετήσω ήταν μεγάλη, σχεδόν αναγκαία, ίσως καταλάβαινα ότι ο χρόνος περνούσε πιο γρήγορα απ’ όσο νόμιζα. Αλλά πάντα αυτή ήταν η σχέση μου με το χρόνο, ασαφής. Μετά τον Μινέττι η μια συνεργασία έφερε την άλλη κι εγώ έμεινα στην Κύπρο χωρίς να το αποφασίσω επίσημα. Είναι και ο μόνος τρόπος που μπορώ να κάνω τα πράγματα. Δεν μ’ αρέσει να τα κυνηγάω. Άρχισαν οι γνωριμίες με συναδέλφους, προστέθηκαν νέοι άνθρωποι, νέες συναντήσεις, καινούριοι φίλοι. Στην αρχή είχα μεγάλη αβεβαιότητα. Τώρα έχω κάπως συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι η ζωή μου έχει μοιραστεί μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας.
–Κινείσαι σε κάθε είδος θεατρικού έργου, από σύγχρονα μέχρι την αρχαία τραγωδία. Υπάρχει κάποιο θεατρικό είδος που ξεχωρίζεις, ως πιο κοντινό στη δική σου καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία; Ως ηθοποιός έχω κινηθεί σε ένα αρκετά ευρύ φάσμα που περιλαμβάνει πολλά είδη. Ως σκηνοθέτης έτυχε να με απασχολήσουν πιο σύγχρονα έργα. Πάντως, είτε με την ιδιότητα μου ως σκηνοθέτης είτε με αυτή του ηθοποιού, πάντα αυτό που με κεντρίζει είναι ο πυρήνας ενός κειμένου και η γλώσσα του συγγραφέα. Γι’ αυτό για μένα παίζει τεράστιο ρόλο το θέμα της μετάφρασης. Επίσης, είτε πρόκειται για σύγχρονο έργο είτε για κλασικό μπαίνω στη δουλειά με τον ίδιο ενθουσιασμό. Δε μπορώ να δουλέψω διαφορετικά. Αν ένα κείμενο δε μου δημιουργήσει μια αδιαπραγμάτευτη ανάγκη να μπω στον κόσμο του δε θα ασχοληθώ περαιτέρω. Η τραγωδία βέβαια είναι μια άλλη ιστορία. Από άλλες περιοχές ανασύρονται οι λέξεις στην τραγωδία. Προϋποθέτει ένα εσωτερικό άνοιγμα, που κάθε φορά είναι μια τεράστια πρόκληση. Εμένα μου δημιουργεί μια αναστάτωση που ωστόσο την επιζητώ στη δουλειά μου. Το ίδιο αισθάνομαι όμως και με τα κείμενα της Σάρα Κέην ή με τον Μπέρνχαρντ. Για μένα όλα χρειάζονται τον ίδιο βαθμό προετοιμασίας, τις ίδιες δυσκολίες που πρέπει να ξεπεραστούν. Την ίδια αγωνία να βρω πού συναντιέμαι εγώ με τον συγγραφέα. Ό,τι κάνεις πρέπει να είναι δικό σου για να είναι και του συγγραφέα.
–Πώς έχει αλλάξει ο τρόπος που ‘διαβάζεις’ τα έργα με την πάροδο των χρόνων; Υπάρχει διαφορετικός τρόπος να προσεγγίζεις ένα σύγχρονο έργο; Παλιότερα τα διάβαζα με ανάμεικτα αισθήματα ενθουσιασμού και φόβου. Είχα το σύνδρομο του καλού μαθητή. Ευτυχώς, έφυγε ο φόβος κι έμεινε ο ενθουσιασμός. Τώρα αυτό που με ενδιαφέρει είναι να εξερευνήσω αυτό που δημιουργεί σε μένα ένα κείμενο, να επαληθεύσω τη δίκη μου ανάγκη και τα δικά μου ζητούμενα σε σχέση με την έρευνα και τη δουλειά μου. Να αποτινάξω το βάρος των προσδοκιών που δημιουργεί η ανάγκη για αποδοχή. Είναι αδύνατον ν αρέσεις σε όλους.
–Χρειάστηκε να επαναπροσδιορίσεις στην πορεία σου τη σχέση σου με την υποκριτική; Επαναπροσδιορίστηκε από μόνη της χωρίς εγώ να το προσπαθήσω. Άλλαζε σταδιακά και ξαφνικά συνειδητοποίησα πως αυτό που κάνω για να ζω μου δίνει μεγάλη χαρά. Παλιότερα είχα τρομερό άγχος πριν βγω στη σκηνή. Όσο μεγαλώνεις απελευθερώνεσαι από πολλά. Αρχίζεις να βουτάς στα πράγματα χωρίς περιττές αγωνίες και άγχη. Αυτό δε σημαίνει ότι τα πράγματα γίνονται εύκολα και αβασάνιστα. Απλώς τα ζητούμενα και οι προσδοκίες αλλάζουν και αυτό μοιραία αλλάζει και τη σχέση σου με αυτό που κάνεις. Εξάλλου έχω την εντύπωση πως από μια ηλικία και μετά δεν παίζεις. Είσαι.
–Πώς θα ερμήνευες τη λέξη ‘ωριμάζω’ στον χώρο του θεάτρου, ως ηθοποιός και σκηνοθέτης; Για μένα το να ωριμάζει κανείς, σημαίνει να απελευθερώνεται από τις βεβαιότητες και να αγκαλιάζει την αμφιβολία και την περιέργεια για τα πράγματα. Να συμφιλιώνεται με την παραδοχή ότι δεν ξέρει τίποτα και ότι πρέπει να ανακαλύπτει τα πράγματα κάθε φορά από την αρχή.
–Τένεσι Ουίλιαμς, Λ. Αναγνωστάκη, δυο διαφορετικά έργα, αρκετοί ίδιοι συντελεστές. Πόσο σημαντική ήταν η επιλογή τους για τη συνεργασία σας; Με κάποιους συνεργαζόμαστε εδώ και χρόνια και με κάποιους άλλους ήθελα να βρεθούμε καλλιτεχνικά εδώ και πολύ καιρό. Είναι ηθοποιοί και καλλιτέχνες της γενιάς μου αλλά και της νεότερης γενιάς, των οποίων το ήθος και το ταλέντο εκτιμώ πολύ. Η συνεργασία μας και στα δύο έργα οφείλεται σε μια δική μου ανάγκη να αναπτύξουμε κάποιους κοινούς αισθητικούς κώδικες αλλά και κάποια εργαλεία που θα μας βοηθήσουν στην κατανόηση και την προσέγγιση του κειμένου. Να μπορέσουμε να λειτουργήσουμε σαν ομάδα. Με όλες τις χαρές και τις δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται.
–Τι σε συναρπάζει στο έργο της Αναγνωστάκη, το οποίο ανεβαίνει σε λίγες μέρες στον ΘΟΚ, τόσο ως σκηνοθέτης όσο και ως ερμηνευτής; Αυτό που με συναρπάζει περισσότερο είναι η διεισδυτική της μάτια πάνω σε αυτό που πραγματικά είμαστε, ή νομίζουμε πως είμαστε, σε αυτά που κρύβουμε, στα ανομολόγητα. Ο λόγος της, που είναι ρεαλιστικός και γειωμένος σε ένα πρώτο επίπεδο, αλλά ποιητικός και αφαιρετικός την ίδια στιγμή. Η ελλειπτική της γραφή, που αφήνει περιθώρια στον θεατή να καλύψει τα κενά με τις δικές του μνήμες και σκέψεις. Τα πρόσωπά της είναι άνθρωποι ηττημένοι, που βασανίζονται από εντάσεις και συγκρούσεις τόσο με το περιβάλλον τους όσο και με τους ίδιους τους εαυτούς τους, αλλά την ίδια στιγμή έχουν τρομερή δύναμη και τεράστια ευαισθησία. Τα πρόσωπά της έχουν μια αξίωση για κάτι πολύ δυνατό. Κυνηγούν την ελευθερία τους και συντρίβονται. Υπάρχει μια υπόγεια συνομιλία με το θάνατο και την απώλεια στο έργο της. Αλλά την ίδια στιγμή έχει ένα απίστευτα λεπτό χιούμορ. Το έργο είναι γεμάτο με τέτοιες γοητευτικές αντιφάσεις, που αποτελούν μεγάλη πρόκληση τόσο για τον σκηνοθέτη όσο και για τους ηθοποιούς.
–Ποια η αλήθεια του έργου αυτού; Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για ‘μια’ αλήθεια στο έργο της Αναγνωστάκη. Όπως σε όλους του μεγάλους συγγραφείς η αλήθεια δεν φανερώνεται εύκολα. Η νίκη και η ήττα πάντως είναι δυο θεμελιώδη μοτίβα στη δραματουργία της. Η απογοήτευση, η ακυρωμένη ελπίδα, οι συγκρούσεις ανάμεσα στα πρόσωπα και την Ιστορία, η αποτυχία, ιδιωτική και συλλογική, η τεράστια επιθυμία για υπέρβαση. Η αλήθεια λοιπόν αποκαλύπτεται μέσα από μια συνεχή ροή θεμάτων και γεγονότων, που στην εξέλιξη τους σε συνταράσσουν με τον πιο λεπτό, υπόγειο και αποτελεσματικό τρόπο. Στο δεύτερο μέρος του έργου ο ήρωας, ένας επίδοξος συγγραφέας, που παίρνει μέρος σ’ ένα Forum, προτείνει στα άλλα πρόσωπα να μιλήσουν σαν να απευθύνονται στο φανταστικό κοινό μιας διαδήλωσης, εν είδει πρόβας. Την ίδια στιγμή όμως το φανταστικό πλήθος, ταυτίζεται μ έναν τρόπο με τους θεατές που παρακολουθούν την παράσταση. Γίνεται λοιπόν ένα παιχνίδι που τους παρασύρει όλους, αλλά αυτό το φαινομενικά ακίνδυνο παιχνίδι βγάζει στην επιφάνεια τις βαθύτερες αλήθειες τους και μ’ έναν τρόπο κάνει κι εμάς που τους ακούμε, να αναλογιστούμε τις δικές μας ανομολόγητες αλήθειες.
- Info: Σ’ εσάς που με ακούτε, Λ. Αναγνωστάκη. Παραστάσεις από 23 Ιανουαρίου, Θέατρο ΘΟΚ – Νέα Σκηνή «Νίκος Χαραλάμπους».
Ελεύθερα, 11.01.2026










