Η Τούλα του Καρναβαλιού, η δημοτική σύμβουλος, η αντιδήμαρχος, η μητέρα, η θεία του κάθε παιδιού. Μια βέρα Λεμεσιανή που έντυσε γενιές με χρώμα, ρυθμό, φαντασία και μαγεία. Η Χριστιάνα Συκοπετρίτου Κυριακίδου θυμάται τη μητέρα της, φωτίζοντας τη γυναίκα πίσω από τη δημόσια μορφή και το ανεξίτηλο αποτύπωμά της στο Λεμεσιανό Καρναβάλι.
Τούλα Συκοπετρίτου, η μάμμα μου, τις 355 μέρες του χρόνου! Τις άλλες 10 ήταν η Τούλα του καρναβαλιού, η κυρία Τούλα που τα άρματα, η θεία η Τούλα του κάθε παιδιού, η μαγική περσόνα της παιδικής μας ηλικίας, συνυφασμένη με το μασκάρεμα, το άρμα, την παρέλαση, την πελλόμασκα, τον χορό, το κέφι, τη διασκέδαση. Ήταν οι 10 μέρες που τη μοιραζόμουν με όλα τα παιδιά της Λεμεσού, της Κύπρου. Ήταν οι 10 μέρες που την έχανα, μα την έβρισκα να πλέει σε πελάγη ευτυχίας, δημιουργίας και προσφοράς. Μια ψυχή που αγάπησε το καρναβάλι όσο κανείς. Μια βέρα Λεμεσιανή που βίωσε όμορφα και έντονα το δικό της καρναβάλι, από την παιδική της ηλικία μέχρι και τη χρονιά που μας έφυγε. Χωρίς απουσίες, χωρίς διαλείμματα, χωρίς διαπραγματεύσεις. Το καρναβάλι ήταν το πάθος της.

Τι να πρωτοθυμηθώ; Το σπίτι να γίνεται μεταμεσονύχτιο εργαστήριο χειροποίητων στολών και αξεσουάρ; Τις φίλες-μαμάδες και μπαμπάδες-βοηθούς και συμπορευτές να υλοποιούν το όνειρο; Το καντράν του τηλεφώνου να παίρνει φωτιά και να μην κλείνει λεπτό, για να οργανωθούν οι πρόβες και οι συμμετοχές; Τις ιχνογραφίες με τα σχέδια των αρμάτων και των κοστουμιών; Τα τετράδια με τα ονόματα των παιδιών και δίπλα ο ρόλος που ταίριαζε στον καθένα τους; Τις επισκέψεις στα λιγοστά υφασματοπωλεία της πόλης και τα ατελείωτα μέτρα από λαμπερά υφάσματα, τρέσες, κρόσσια, χάντρες και φτερά; Τα ματωμένα δάχτυλα από τις βελόνες, τα ψαλίδια και τα σύρματα; Τα αμέτρητα πήγαινε-έλα με το αυτοκίνητο φορτωμένο με πολύχρωμα χαρτόνια, πολυστερίνες και σφουγγάρια, να με στριμώχνουν δεξιά και αριστερά; Τα παγωμένα απογεύματα στις αλάνες των σχολείων με το φορητό κασετόφωνο να τρώει τις μπαταρίες για τα χορευτικά; Τις πολύωρες συνεδριάσεις με τους κατασκευαστές των αρμάτων, τις μοδίστρες και τις καπελούδες, αναλύοντας κάθε λογής λεπτομέρειες και στρατηγικές; Το σκασμένο λάστιχο της καρότσας, τον κρυολογημένο άρα απόντα πρωταγωνιστή, το κλαμένο παιδάκι που δεν ήθελε να παρελάσει αλλά τελικά να γίνεται η μασκότ μας; Το κέρινο αυγό στο μάτι και την μεγάλη της παρήγορη αγκαλιά; Τα άπορα παιδιά που είχαν πάντα μια αποκλειστική και εξέχουσα θέση σε κάθε γκρουπ, σιωπηλά και αθόρυβα; Το απόλυτο χάος της παραμονής και τον άψογο συντονισμό την ημέρα της κάθε παρέλασης; Το χτυποκάρδι την ώρα της έναρξης της παρέλασης και την πιο γλυκιά υπερκόπωση στο τέλος της; Τον ενθουσιασμό του πρώτου βραβείου και τα μαθήματα αποδοχής του δεύτερου και του τρίτου; Οι αναμνήσεις είναι αναρίθμητες, γλυκιές και φοβερά πολύτιμες. Μα το πιο σημαντικό, είναι όλες λουσμένες με αγάπη και φως, αγνές, χωρίς ίχνος άγχους, χωρίς κέρδος και χωρίς αυτοπροβολή.

Η δραστηριοποίηση, η αφοσίωση και η προσφορά της Τούλας Συκοπετρίτου στο καρναβάλι άφησαν εποχή. Εκτός από τις αναμνήσεις, μας χάρισε καινοτομίες και παρακαταθήκες που ευνόησαν την εξέλιξη και την ανέλιξη του θεσμού. Σε μια εποχή-κοινωνικό ορόσημο για τη διατήρηση της κουλτούρας και της ταυτότητας του Λεμεσιανού καρναβαλιού έγινε πρωτεργάτης και ταυτόχρονα συνεχιστής. Ξόδευε αφειδώλευτα ενέργεια και χρόνο ανάμεσα σε άλλες φιλανθρωπικές, κομματικές, οικογενειακές και κοινωνικές υποχρεώσεις για να τιμήσει το καρναβάλι σαν κάτι ιερό, κάτι μοναδικό, κάτι σχεδόν εξωπραγματικό.

Έγραψε με λαμπερά και πολύχρωμα γράμματα τη δική της ιστορία στα καρναβαλικά δρώμενα της πόλης μέσα από τα αμέτρητα, φαντασμαγορικά για την εποχή τους, άρματα και τις χιλιάδες συμμετοχές καρναβαλιστών, αλλά και μέσα από το λειτούργημα που οι δημότες τής απένειμαν με την ψήφο τους. Ως Δημοτική Σύμβουλος, Αντιδήμαρχος και Πρόεδρος της Πολιτιστικής Επιτροπής του Δήμου Λεμεσού κατά σειρά ετών εργάστηκε με ζήλο και ανιδιοτέλεια για το καρναβάλι, με όπλο την μοναδική της αύρα και την αγαπητή σε όλους προσωπικότητα, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα της στις καρδιές των Λεμεσιανών. Μέσα από διδυμοποιήσεις και συνεργασίες με πόλεις στο εξωτερικό, όπως η Πάτρα και το Νίντερκασσελ, έκανε γνωστό το Λεμεσιανό καρναβάλι και εκτός συνόρων. Ξεδίπλωσε ελεύθερα τη φαντασία και τις δημιουργικές της ικανότητες σε μια εποχή όπου τα τεχνικά μέσα ήταν ελάχιστα και η κοινωνική δικτύωση ανύπαρκτη, ενώ παράλληλα, ενέπνευσε και παρότρυνε πολλούς άλλους να ασχοληθούν, να αγαπήσουν και να προσφέρουν στο καρναβάλι. Θεωρούσε ως τιμή και προτέρημα την εμπιστοσύνη που της έδειχναν οι άνθρωποι στη διοργάνωση ποιοτικών αρμάτων που άφησαν την σφραγίδα τους διαχρονικά στην ιστορία του Λεμεσιανού καρναβαλιού.

Αντλούσε έμπνευση μέσα από ταξίδια και βιβλία, μοιράζοντας χαρά και αυτοπεποίθηση σε χιλιάδες παιδιά, με έμφαση πρωτίστως στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, και μετά στην ποιότητα της θεματολογίας αλλά και της άψογης και ευφάνταστης εκτέλεσης. Μεταλαμπάδευσε και κληροδότησε το πάθος της στις μελλοντικές γενιές που σήμερα κρατούν επάξια τα ινία και πρόλαβε να δει το καρναβάλι να εξελίσσεται και να αναπτύσσεται, βασισμένο σε θεμέλια και καινοτομίες που πιθανόν και η ίδια να είχε θέσει.

Αυτές τις μέρες η Λεμεσός οφείλει μια θύμηση στην Τούλα Συκοπετρίτου.
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες από το Λεμεσιανό καρναβάλι:





















