11 Απριλίου, 2026
11:04 πμ

Η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης των 8,33 σεντ χάθηκαν στον δρόμο, καθώς οι σταδιακές ανατιμήσεις απορρόφησαν κάθε όφελος

Η Κυβέρνηση αποφάσισε κάποια μέτρα στήριξης για πολίτες και επιχειρήσεις που δοκιμάζονται από τις γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις τους στην ενέργεια.
Ένα από τα μέτρα που ανακοινώθηκε είναι και η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα κίνησης κατά 8,33 σεντ το λίτρο για την περίοδο Απριλίου – Ιουνίου 2026 με στόχο να περιορίσει το κόστος μετακίνησης, να συγκρατήσει τον πληθωρισμό και να δώσει έστω μια μικρή ανάσα στην τσέπη των πολιτών. Όμως, από τη στιγμή της εξαγγελίας μέχρι την εφαρμογή του μέτρου (μόλις ένα δεκαήμερο), η πραγματικότητα στα πρατήρια καυσίμων φρόντισε να διαψεύσει τις προσδοκίες.

Μέσα σε αυτό το διάστημα, οι τιμές άρχισαν να ανεβαίνουν σταθερά και «σιωπηλά». Αρχικά με μία απότομη αύξηση 6-7 σεντ το λίτρο και στην συνέχεια με μικρές δόσεις των 2 και 3 σεντ το λίτρο κάθε δύο ή τρεις μέρες. Μια τακτική γνώριμη, σχεδόν προβλέψιμη. Και εύλογα γεννιούνται ερωτήματα: Κάθε πότε προμηθεύονται καύσιμα οι εταιρείες; Κάθε δύο μέρες αλλάζει το κόστος τους; Οι δεξαμενές αδειάζουν τόσο γρήγορα ώστε να δικαιολογούνται αλλεπάλληλες αυξήσεις μέσα σε ένα δεκαήμερο;

Επανέρχεται το θέμα της άμεσης αύξησης και της βραδυκίνητης μείωσης.
Για να μιλήσουμε με αριθμούς, ένα μέσο νοικοκυριό που καταναλώνει 120 λίτρα καυσίμου τον μήνα θα κέρδιζε, θεωρητικά, περίπου €10 μηνιαίως από τη μείωση των 8,33 σεντ. Σε τρεις μήνες, γύρω στα €30. Τι συνέβη όμως στην πράξη; Αν η τιμή αυξήθηκε σωρευτικά επιπλέον κατά 6-9 σεντ πριν καν  τεθεί σε εφαρμογή το μέτρο, το όφελος μηδενίζεται. Αν δε, συνεχιστούν μικρές ανατιμήσεις και μετά, τότε η «ανακούφιση» μετατρέπεται σε πυροτέχνημα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι ζήτημα αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης. Όταν ο καταναλωτής βλέπει ότι κάθε κρατική παρέμβαση προηγείται ή συνοδεύεται από αυξήσεις που την ακυρώνουν, τότε εύλογα αναρωτιέται για το ποιος τελικά ωφελείται; Ο πολίτης ή οι ενδιάμεσοι της αγοράς; Υπάρχει πραγματικός έλεγχος για αποφυγή τέτοιων φαινομένων αισχροκέρδειας ή απλώς καταγράφονται τιμές χωρίς ουσιαστική παρέμβαση;

Και για να μην ξεχνιόμαστε, τα καύσιμα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι βασικό αγαθό. Επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς, τις τιμές τροφίμων, τις υπηρεσίες, την καθημερινότητα όλων. Μια αύξηση 5 σεντ στο λίτρο μεταφράζεται σε εκατοντάδες ή και χιλιάδες ευρώ επιπλέον κόστος για επιχειρήσεις, επαγγελματίες οδηγούς, αγρότες και κατ’ επέκταση νοικοκυριά. Και όταν αυτό το κόστος προστίθεται σε ένα ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον με υψηλά ενοίκια, αυξημένα επιτόκια και μειωμένη αγοραστική δύναμη, τότε η πίεση γίνεται ασφυκτική.

Το επιχείρημα ότι «φταίει ο πόλεμος» δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο άλλοθι. Ναι, οι διεθνείς τιμές επηρεάζονται από γεωπολιτικές εντάσεις. Αλλά άλλο πράγμα η διεθνής τιμή του αργού και άλλο η ταχύτητα και ο συγχρονισμός με τον οποίο οι αυξήσεις περνούν στην αντλία. Και εδώ ακριβώς είναι που χρειάζεται ουσιαστικός έλεγχος. Διαφάνεια στο κόστος προμήθειας, στα περιθώρια κέρδους και στις χρονικές αυξομειώσεις που θεωρητικά θα έπρεπε να υπάρχουν.

Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν τα 8,33 σεντ είναι λίγα ή πολλά. Είναι αν έχουν νόημα όταν απορροφώνται πριν καν τα δει ο καταναλωτής. Είναι αν η Κυβέρνηση θέλει πραγματικά να προστατεύσει την κοινωνία ή απλώς να δείξει ότι «κάτι κάνει». Και κυρίως, μέχρι πότε θα αποδεχόμαστε μια αγορά που λειτουργεί πάντα εις βάρος των πολλών και προς όφελος των λίγων, χωρίς ουσιαστική λογοδοσία;
Στο τέλος της ημέρας, αυτό που μετράει δεν είναι οι εξαγγελίες. Είναι τι μένει στην τσέπη του πολίτη. Και αυτή, δυστυχώς, παραμένει άδεια.

Και μετά την εκεχειρία της περασμένης Τετάρτης και την πτώση της τιμής του πετρελαίου κατά 15% περίπου, ίδωμεν πόσο διάστημα θα χρειαστεί η μείωση αυτή να φτάσει στην αντλία.

Exit mobile version