Στη σελίδα 46 της σημερινής έκδοσης του «Φ» δημοσιεύουμε ακόμα μία πολύ κατατοπιστική ανάλυση του καθηγητή Χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Αντρέα Χαρίτου.
Γράφει ότι «η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ζημιά (σ.σ. στις τιμές και την οικονομία) δεν προκύπτει μόνο από πραγματικές ελλείψεις ενέργειας, αλλά από το πώς οι αγορές αξιολογούν τον κίνδυνο (…). Αρκεί η αύξηση κινδύνου, που ανεβάζει ασφάλιστρα και κόστος μεταφοράς, αυξάνοντας το βιομηχανικό κόστος, που τελικά μετακυλίεται εν μέρει στον καταναλωτή».
Θα μπορούσε κάποιος -αυθαίρετα ίσως- να «πατήσει» πάνω στον παράγοντα κίνδυνος που ορθά επισημαίνει ο κ. Χαρίτου, για να υποβάλει προβοκατόρικα πως η ελεύθερη αγορά δεν έχει απόλυτη ανάγκη έναν πραγματικό κίνδυνο για να ανεβάσει τις τιμές.
Μπορεί να θεωρήσει δεδομένο ένα τέτοιο κίνδυνο, στον μέγιστο βαθμό, ακόμα και όταν αυτός είναι ήσσονος σημασίας, προσωρινός ή πολύ τοπικός. Πολλές φορές δεν χρειάζεται καν μία αύξηση στο κόστος παραγωγής, για να ανέβουν οι τιμές. Αρκούν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και η ανησυχία του κόσμου.
Δεν το ζήσαμε με την ενεργειακή κρίση του 2022-23; Πέταξε στον ουρανό εν μία νυχτί η τιμή του φυσικού αερίου, όχι γιατί αυξήθηκε το κόστος παραγωγής του, αλλά γιατί μειώθηκε η προσφορά φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, μετά τη διακοπή της μεταφοράς με ρωσικούς αγωγούς. Και δεν έφτανε αυτό: Βρέθηκε ξαφνικά όλη η ΕΕ να καταναλώνει και πανάκριβη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, μόνο και μόνο γιατί ακρίβυνε το φυσικό αέριο!
Την Παρασκευή, ο CEO του ΔΟΕ (Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας) Φατίχ Μπιρόλ μάς καθησύχασε ότι «υπάρχει πολύ πετρέλαιο στην αγορά», ότι «δεν υπάρχουν ελλείψεις» αλλά και ότι «καμιά συλλογική δράση δεν απαιτείται».
Μια πιθανή έλλειψη πετρελαίου ή αερίου είναι μία πτυχή της παγκόσμιας ανησυχίας. Η άλλη πτυχή, στην οποία δεν έκανε μνεία ο κ. Μπιρόλ, είναι οι τιμές στις οποίες θα φτάνουν σε εμάς τις επόμενες εβδομάδες πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ως πρώτες ύλες για τον ηλεκτρισμό και όλα τα προϊόντα.
Κι αν ούτε το κόστος παραγωγής πρόλαβε να αυξηθεί, ούτε ουσιαστική μείωση της προσφοράς υπήρξε, τουλάχιστο στην Ευρώπη, δικαιολογούνται οι σημερινές αυξήσεις στο βαρέλι -και το λίτρο!- ή στο φυσικό αέριο ανά μεγαβατώρα μόνο από την αύξηση των ασφαλίστρων;
Κι αφού ήδη το πετρέλαιο μπρεντ οδεύει σιγά – σιγά προς τα 90 δολάρια το βαρέλι, το φυσικό αέριο για ευρωπαϊκή χρήση είναι ήδη 53-55 ευρώ τη μεγαβατώρα (50% αύξηση ήδη), πριν ακόμα δούμε απτές συνέπειες από την κρίση στο Ορμούζ ή όπου αλλού, γιατί συνδέουμε τόσο επίμονα την εμφάνιση πληθωριστικών τάσεων με τη διάρκεια του πολέμου; Η σύνδεση αυτή είναι μεν λογική και βάσιμη, αλλά δεν μοιάζει να είναι η μεγάλη διάρκεια της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης προϋπόθεση για την ακρίβεια και τον πληθωρισμό. Και αύριο να τελειώσουν οι εχθροπραξίες, ο παγκόσμιος καταναλωτής θα έχει ήδη κλειδώσει ζημιά, η οποία θα μπορεί να μετρηθεί το επόμενο διάστημα. Η διάρκεια του πολέμου μάλλον θα καθορίσει το ύψος της ζημιάς για τους καταναλωτές και όχι την ύπαρξη ζημιάς.
Ένα παράδειγμα που ενδιαφέρει αγρότες και καταναλωτές: Στις διεθνείς αγορές έχει ήδη αυξηθεί η τιμή της ουρίας (δημοφιλές αζωτούχο λίπασμα) από 455 δολάρια τον τόνο σε 550 τις τελευταίες μέρες. Αυξήσεις καταγράφονται σε όλα τα λιπάσματα, στη χονδρική αγορά. Στην ΕΕ, δε, είχαν ήδη ενσωματωθεί αυξήσεις, περίπου 15-20% μέσα στο ’26, λόγω νέων κυρώσεων και δασμών στα ρωσικά λιπάσματα.
Σύντομα, όλες οι αυξήσεις (όπως μετά τη ρωσική εισβολή, που έβαζαν με το κουταλάκι του γλυκού το λίπασμα οι γεωργοί) θα περάσουν στο λιανικό εμπόριο, στα χωράφια και μετά στα σούπερμάρκετ και τις φρουταρίες. Ό,τι κι αν κάνουν οι κ.κ. Τραμπ και Νετανιάχου.


