Καθώς οι βουλευτικές εκλογές του Μαΐου πλησιάζουν, εντείνεται η ανησυχία για την ποιότητα της σύνθεσης της επόμενης Βουλής και, κυρίως, για το επίπεδο σοβαρότητας με το οποίο ορισμένοι υποψήφιοι προσεγγίζουν τον θεσμικό τους ρόλο.
Όποιος παρακολουθεί τις δημόσιες παρεμβάσεις, τις θέσεις και τις προτάσεις μερίδας υποψηφίων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Κοινοβούλιο κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο εντυπώσεων, εύκολων συνθημάτων και πολιτικού θεάματος, αντί σε χώρο υπεύθυνης νομοθέτησης και ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά θεσμικό και ταυτόχρονα οικονομικό. Η ημιμάθεια γύρω από τους κανονισμούς λειτουργίας της Βουλής, η ελλιπής κατανόηση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το κράτος και η ευκολία με την οποία διατυπώνονται ακραίες ή ριζοσπαστικές θέσεις χωρίς τεκμηρίωση, δημιουργούνν κίνδυνο για τη δημοσιονομική σταθερότητα. Οι βουλευτές δεν καλούνται να λειτουργήσουν ως σχολιαστές της επικαιρότητας ούτε ως διαχειριστές διαδικτυακής δημοφιλίας. Καλούνται να λαμβάνουν αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών, τη λειτουργία του κράτους και την πορεία της οικονομίας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τοποθετήσεις που αντιμετωπίζουν κρίσιμα ζητήματα διακυβέρνησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η άποψη ότι ο κρατικός προϋπολογισμός μπορεί να χρησιμοποιείται ως εργαλείο «μπλοκαρίσματος» της κυβέρνησης. Μια τέτοια προσέγγιση, δείχει άγνοια και αδιαφορία για τις επιπτώσεις. Η καταψήφιση του προϋπολογισμού δεν είναι μια ανώδυνη πολιτική πράξη. Μπορεί να οδηγήσει το κράτος σε παράλυση, να καθυστερήσει τον προγραμματισμό δαπανών, να φρενάρει τις επενδύσεις, να επηρεάσει την αξιοπιστία της χώρας και να ενισχύσει την αβεβαιότητα σε μια περίοδο κατά την οποία το εξωτερικό περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά εύθραυστο.
Σε μια συγκυρία κατά την οποία ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναζωπυρώνει τους φόβους για νέα ενεργειακή κρίση, η οικονομική υπευθυνότητα δεν είναι θεωρητική πολυτέλεια. Η άνοδος στις τιμές των καυσίμων, της ηλεκτρικής ενέργειας και των τροφίμων οδηγούν σε πληθωριστικές πιέσεις.
Το μεγάλο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι ποιος εκφράζεται πιο έντονα ή ποιος καταγγέλλει πιο θεαματικά το πολιτικό σύστημα. Το ζητούμενο είναι ποιος μπορεί να σταθεί με επάρκεια απέναντι στιςς κρίσεις, να αξιολογήσει τις επιπτώσεις και να αντιληφθεί ότι η οικονομία δεν αντέχει πειραματισμούς. Οι μη κοστολογημένες εισηγήσεις, οι εύκολες υποσχέσεις μπορεί να εξυπηρετούν, αλλά αργά ή γρήγορα μετατρέπονται σε βάρος για την πραγματική οικονομία.
Ως γνωστό το κράτος διαθέτει σήμερα ορισμένα δημοσιονομικά αποθέματα ασφαλείας. Αυτά, όμως, δεν είναι ανεξάντλητα ούτε μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δεξαμενή για την ικανοποίηση κάθε πολιτικά ελκυστικής αλλά οικονομικά ατεκμηρίωτης πρότασης. Τα μαξιλαράκια υπάρχουν για να στηρίζουν τη χώρα σε περιόδους κρίσης.
Το σημερινό κλίμα δυσπιστίας δεν προέκυψε τυχαία. Οι πολίτες έχουν κάθε λόγο να είναι απογοητευμένοι από τα φαινόμενα διαφθοράς, ρουσφετιού και κομματικών εξυπηρετήσεων, τα οποία τραυμάτισαν την αξιοπιστία των θεσμών και άνοιξαν τον δρόμο σε ακραίες ή αντισυστημικές φωνές. Το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα φέρει σοβαρή ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση
Τα κόμματα οφείλουν να ανεβάσουν τον πήχη της επιλογής προσώπων, να επενδύσουν σε υποψηφίους με επάρκεια και γνώση, να εξηγήσουν με ειλικρίνεια το κόστος και τα όρια κάθε πολιτικής επιλογής και να αποκαταστήσουν τη χαμένη σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Παράλληλα, οι πολίτες καλούνται να αξιολογήσουν με μεγαλύτερη αυστηρότητα όχι ποιος ακούγεται πιο «αντισυστημικός», αλλά ποιος είναι σε θέση να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον με σοβαρότητα, επίγνωση και αίσθημα ευθύνης.
Η επόμενη Βουλή θα κληθεί να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον γεμάτο αβεβαιότητες:, γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακές αναταράξεις, πληθωριστικές πιέσεις και αυξημένες κοινωνικές απαιτήσεις. Η Βουλή δεν μπορεί να γίνει παιδική χαρά, ούτε σκηνή πολιτικού θεάματος. Πρέπει να παραμείνει χώρος σοβαρών αποφάσεων, τεκμηριωμένων επιλογών και υπεύθυνης στάθμισης του δημοσίου συμφέροντος.


