Οι ειδήσεις που συνόδεψαν τον νέο χρόνο ήταν τόσο εξωφρενικές και συνάμα τόσο πραγματικές που με έκαναν να ψάξω στη βιβλιοθήκη για ιστορίες, μύθους, παραδόσεις ακόμη και παραβολές για τιμωρίες για το τι μπορεί να πάθει ένας αλαζόνας, υπερόπτης άνθρωπος που δε σέβεται τίποτα, ούτε τον εαυτό του, ούτε τους άλλους, ούτε τους νόμους, ούτε καν αυτό τον Θεό!
Ένας άνθρωπος, ένας κοινός θνητός που εποφθαλμιά κάτι που δεν του ανήκει και ασύστολα εκστομίζει φοβέρες ότι θα το πάρει δια της βίας γιατί είναι ισχυρός και ουδείς τολμά να τον επιπλήξει, να τον σταματήσει, να τον καταδικάσει και να τον τιμωρήσει.
Ανάτρεξα στις Ερινύες που είχαν φίδια στα μπλεγμένα μαλλιά τους, αναζήτησα την Αληκτώ, τη Μέγαιρα και την Τισιφόνη, όλες αυτές που τιμωρούν τους υπαίτιους με φρικτά βασανιστήρια… Θυμήθηκα και φυλλομέτρησα Όμηρο για να βρω τον ξεπαρμένο Έχτορα μες στην τρανήν ορμή του μανιάζει, κι έβαλε τα θάρρη του στο Δία, και μήτε ανθρώπους μήτε θεούς ψηφάει· τι αλάγιαστη τον έχει πιάσει λύσσα!
Σκέφτηκα τον Προμηθέα που έκλεψε τη φωτιά από τους θεούς και καταδικάστηκε σε αιώνια βασανιστήρια για την παράβασή του. Ανήμπορος και δεμένος σε έναν βράχο, έβλεπε κάθε πρωί να φτάνει ένας τεράστιος γυπαετός, να τρώει τα συκώτι του και αυτό να αναπλάθεται και να μεγαλώνει και γυπαετός να επανέρχεται κάθε βράδυ… μα ο θυμός μου δεν έλεγε να καταλαγιάσει.
Συνέχισα όμως να ψάχνω τους μύθους που καταγράφουν με τον δικό τους τρόπο την ιστορία, είχα ανάγκη να βρω μια απάντηση και τη βρήκα και μάλιστα σε δικό μας μύθο από μια είδηση που έδωσε μια μέρα στο κοινό του ο Φ.*
Στις εκβολές του ποταμού Πεντάσχοινου, εκεί κοντά στο όμορφο χωριό του Αγίου Θεοδώρου ζούσε, πριν εκατοντάδες χρόνια, μια τεράστια κουφή την οποία φοβούνταν όλοι, επειδή κατασπάραζε όποιον και ότι έβρισκε μπροστά της. Ο κόσμος για χρόνια φοβόταν να βγει από τα σπίτια του, να σπείρει και να θερίσει τα χωράφια του, να ψαρέψει στις πλούσιες θάλασσες του, οι νέοι άνθρωποι πεινασμένοι και απελπισμένοι εγκατέλειπαν το χωριό τους. Η κουφή ήταν αδίστακτη, τίποτα δεν τη φοβέριζε ήταν πιο δυνατή από τους ανθρώπους γιατί είχε δηλητήριο στο σώμα της και ήξερε να ελίσσεται με γρηγοράδα. Μαζεύτηκαν λοιπόν κρυφά ένα βράδυ οι εναπομείναντες σοφοί του χωριού, έκλεισαν πόρτες και παράθυρα και βασάνισαν τον νου τους για να βρουν μια λύση ν’ απαλλαγούν από αυτό το φριχτό ερπετό που τους κατάστρεφε καθημερινά τη ζωή τους. Ένας έξυπνος και πολυταξιδεμένος αγωγιάτης πρότεινε να κρύψουν μέσα σε δέρμα ζώου πέντε ασκιά γεμάτα ασβέστη και να τα βάλουν στην κεντρική πλατεία του χωριού. Ήξερε ο αγωγιάτης ότι η κουφή δεν ήταν έξυπνη, δηλητήριο και δύναμη στο να ελίσσεται είχε. Έτσι και έγινε. Οι απελπισμένοι κάτοικοι βρήκαν δέρματα ζώων, τα πότισαν με καμπόσο αίμα για να μυρίζουν από μακριά, βρήκαν πέντε μεγάλα ασκιά τα γέμισαν με ασβέστη, οι γυναίκες έραψαν τα ασκιά μέσα στα δέρματα των ζώων και όταν τελείωσαν τα έβαλαν στη μέση της πλατείας του χωριού τους.
Κλειδαμπαρώθηκαν οι κάτοικοι του χωριού πίσω από τις πόρτες και τα παράθυρα και περίμεναν τρομαγμένοι την κουφή. Το πρωί η κουφή έκανε την εμφάνισή της όπως κάθε μέρα, πέρασε έξω από όλα τα σπίτια και η μυρωδιά του αίματος την έφερε κοντά τα ασκιά. Κοντοστάθηκε και χαμογέλασε, άνοιξε το στόμα της και με μιας κατάπιε και τα πέντε ασκιά. Ο ασβέστης άρχισε να φουσκώνει μέσα της, την είδαν να στριφογυρίζει απελπισμένα και να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς το βουνό. Εξαφανίστηκε δια παντός η κουφή, το χωριό ανάσανε και θέριεψε, καλλιέργησε τα χωράφια του, ψάρεψε με την ησυχία τους στις κοντινές θάλασσες και έγινε ένα από τα πιο όμορφα χωριά του τόπου.
Αυτό έψαχνα, γέλασα με την καρδιά μου και το ευχαριστήθηκα. Ένας άνθρωπος, ένας γενναίος και πολυταξιδεμένος αγωγιάτης τόλμησε και κατάφερε να εξολοθρεύσει την κουφή για πάντα. Και όπως είπε και ο Θουκυδίδης κάποτε για τους Αθηναίους – αυτό μου το δίδαξε ο δάσκαλος ο Παύλος Ξιούτας στο Γυμνάσιο Θηλέων Κύκκου (γιατί τότε μαθαίναμε ιστορία και αρχαία και λατινικά). Και παρά δύναμιν τολμηταί και παρά γνώμην κινδυνευταί και εν τοις δεινοίς ευέλπιδες, και για όσους χρειάζονται μετάφραση… Οι Αθηναίοι είναι τολμηροί πέρα από τις δυνάμεις τους, ριψοκίνδυνοι εν γνώσει τους και αισιόδοξοι στις δυσκολίες.
Διαβάστε και απολαύστε μύθους, αγαπητοί αναγνώστες, αυτοί μας έμειναν για ν’αποκτήσουμε δυνάμεις και αυτοπεποίθηση γιατί η ανθρωπότητα οδεύει, ακόμη μια φορά φαίνεται σε ολισθηρούς και ολέθριους δρόμους.
*Με πρωτοβουλία του Συλλόγου Γυναικών Υπαίθρου Λάρνακας και με τη στήριξη της Εταιρείας Τουριστικής Ανάπτυξης και Προβολής Λάρνακας (ΕΤΑΠ) και του Υφυπουργείου Τουρισμού ζωντανεύουν, μέσα από βίντεο, οι μύθοι 8 κοινοτήτων. Όπως εξήγησε στον «Φ» η πρόεδρος του Συλλόγου, Γεωργία Πιταρίδου, η δράση θα τεθεί σε εφαρμογή πριν το τέλος του χρόνου. Η κάθε κοινότητα θα τοποθετήσει QR code σε περιοχή που σχετίζεται με τον μύθο, με τους επισκέπτες να μπορούν να δουν το βίντεο στα κινητά τους τηλέφωνα.










