13 Απριλίου, 2026
10:42 πμ

Δεν ξέρω πόσες φορές διάβασα το «Χωρίς Οικογένεια» και τον «Τομ Σόγερ» στο δημοτικό. Αυτό που θυμάμαι είναι η συνεχής αίσθηση νέων ανακαλύψεων.

Το ίδιο και στο γυμνάσιο με το «Forever Changes» των Love. Τελείωνε ο δίσκος και τον έβαζα να παίξει από την αρχή. Το ίδιο πράγμα για δυο, τρεις μήνες μέχρι που μάθαινα κάθε γύρισμα της μουσικής και κάθε στίχο απ’ έξω. Αρκετά αργότερα, όταν πρωτοπροβλήθηκε το «Mulholland Drive», πήγα δυο νύχτες καπάκι στον κινηματογράφο Έλλη στην Ακαδημίας. Αφού τα λέμε όλα, το χειρότερο (πέρα από τα όρια της εμμονής) ήταν που είχα δει μέσα σε μια σεζόν δέκα φορές —δεν στρογγυλοποιώ— τον Άμλετ του Μαρμαρινού στο Θησείο! Εντάξει, πολλοί έχουμε περάσει τέτοιους έρωτες στο παρελθόν. Σήμερα όμως;   

Αξίζει να διαβάσουμε ένα βιβλίο που έχουμε ξαναδιαβάσει; Να ξαναδούμε μια ταινία; Να ακούσουμε για πολλοστή φορά τον ίδιο δίσκο; Εδώ ο κόσμος χάνεται— και μια χαζοσειρά θεωρείται πολυτέλεια με τόση κούραση. Ακόμα κι αν κάποια πρωινά ξυπνάμε και νιώθουμε καλά, ότι δηλαδή δεν θα συμβεί η τελική καταστροφή εκείνη τη μέρα, οι τίτλοι των εφημερίδων φροντίζουν να μας την υπενθυμίζουν.

Και βέβαια υπάρχουν οι μύριες έγνοιες και αγωνίες για τα προσωπικά, τα οικονομικά, τα επαγγελματικά. Υπάρχει χρόνος και δυνατότητα συγκέντρωσης— οι προϋποθέσεις δηλαδή για αισθητική ανταπόκριση; Και εγώ εδώ αναφέρομαι σε δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις; Σε ποιον πλανήτη ζω;

The plot thickens…. Γιατί πες και κάποιος, λόγω προσωπικότητας, συνήθειας, ή, τέλος πάντων, βίτσιου, συνεχίζει και ψάχνεται πολιτιστικά. Υπάρχουν πάρα πολλά έργα του παρελθόντος που θεωρούνται μέρος του κανόνα, βρίσκονται σε λίστες με τα χίλια βιβλία, δίσκους, ταινίες που πρέπει «υποχρεωτικά» να διαβάσει, ακούσει, δει πριν πεθάνει. Όσα και να έχει γνωρίσει, πάντα θα υπάρχουν περισσότερα που φαντάζουν απροσπέλαστα όρη.

Στο άλλο άκρο, κάθε εβδομάδα κυκλοφορούν εκατοντάδες νέα πράγματα, τα οποία, αν κάποιος πιστέψει την περιρρέουσα φιλολογία από δελτία τύπου, κριτικές και σχετικές αναρτήσεις στα social media, είναι γεμάτα αριστουργήματα που δεν πρέπει να παραβλέψουμε καθώς μπορεί να μας αλλάξουν τη ζωή (κάποτε που είχαμε πολύ λιγότερες ευθύνες και δεσμεύσεις μπορεί να ίσχυε αυτό—  τώρα πια, καλώς ή κακώς, η αλλαγή δεν είναι αυταξία).

Σίγουρα μέσα στις νέες κυκλοφορίες υπάρχει κάτι που μας αφορά, και αν δεν κάνουμε κι εμείς κίνηση να το ανακαλύψουμε, το πιθανότερο είναι να το χάσουμε, ειδικά αν δεν βρίσκεται στο βαρύ εμπορικό πυροβολικό. Και πάλι όμως, ακόμα κι αν το βρούμε, είναι πολύ δύσκολο να μας «συγκλονίσει» με τον τρόπο που το έκαναν τα αντίστοιχα σημαντικά έργα στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία της ζωής μας. Φταίνε τα έργα, που «δεν τα φτιάχνουν όπως παλιά;» Ή «φταίμε» εμείς και τελικά πρέπει να παραδεχτούμε με ειλικρίνεια ότι δεν έχουμε ανάγκη την Τέχνη στο βαθμό που κάτι τέτοιο ίσχυε όταν ήμασταν (πολύ) νεότεροι;       

Stop the world, I’m getting off, τραγουδούσαν οι Stone Roses. Από αυτή τη μετατόπιση οπτικής ξεκινώ για να υποστηρίξω ότι όλα τα παραπάνω, παρότι μοιάζουν προφανή και εύλογα, είναι ελλιπή και περιοριστικά— ακυρώνουν δυνατότητες. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε όσα βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό μας, πόσο μάλλον να σώσουμε χαμένες υποθέσεις. Σύμφωνοι, μπορούμε να προσπαθούμε— όχι όμως συνέχεια!

Μακριά από μένα κάθε new age πρόταση ευζωίας, αλλά ο χρόνος με τον εαυτό μας δεν πρέπει να υπάγεται σε καμία άλλη χρησιμότητα, σε καμία εξωτερική προτεραιότητα. Ισχύει βέβαια ότι Whatever gets you through the night, it’s all right… που τραγουδούσε ο John Lennon, όμως επιμένω να πιστεύω ότι, σε γενικές γραμμές, η κατάσταση του ανθρώπου που βυθίζεται στη σχέση του με ένα έργο τέχνης υψηλής αισθητικής αξίας αποτελεί μια προνομιακή συνθήκη ελευθερίας.

Ήμουν πάντα επιφυλακτικός με τις «anything goes» ερμηνευτικές θεωρίες που αντιμετωπίζουν τον αναγνώστη ως τον απόλυτο δημιουργό και κριτή του νοήματος. Το δικό μου ενδιαφέρον εστιάζεται στο ίδιο το κείμενο —λογοτεχνικό, φιλμικό, μουσικό— ως υλική και πνευματική σύνθεση των προθέσεων του δημιουργού και των διαδρομών που διένυσε μέχρι να το ολοκληρώσει. Προκειμένου να ανοίξουν οι όροι για μια τέτοια εις βάθους εξοικείωση, μία ανάγνωση ισούται με καμία. Τηρουμένων των αναλογιών, είναι σαν να συναντώ για πρώτη φορά έναν άνθρωπο σε ένα πάρτι, κάνουμε μια κουβέντα, και νομίζω μετά ότι τον γνωρίζω.

Αντιθέτως, αν μου προξενήσει το ενδιαφέρον, λογικό είναι να επιδιώξω να βρεθώ ξανά μαζί του. Η αρχική εντύπωση ότι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν (εκτός των πιο φανταχτερών, των μοντέλων), όπως και όλα τα βιβλία σε ένα βιβλιοπωλείο μοιάζουν (εκτός των best-seller), δίνει τη θέση της σε μια πιο ρευστή εικόνα απείρων ιδιαίτερων λεπτομερειών και ουσιαστικής διαφορετικότητας.

Η επίτευξη μιας τέτοιας εποπτείας έχει ως αναγκαία (αλλά όχι επαρκή) προϋπόθεση την αδίκως κακολογημένη επανάληψη της ανάγνωσης. Μόνο όταν ο εγκέφαλος (ή το ψυχικό όργανο, πείτε το όπως θέλετε) αποδεσμευτεί από τα άχθη και τις περισπάσεις των άμεσων εντυπώσεων (π.χ. αναζήτηση οικείων μορφών, αγωνία για την έκβαση της υπόθεσης, ενόχληση από την πιθανή γνωστική ασυμφωνία απέναντι σε πειραματικές τεχνικές), θα είναι ικανός να αντιληφθεί με διαισθητικό τρόπο τις δημιουργικές επιλογές και αποφάσεις του δημιουργού, και να οικοδομήσει στέρεες δικές του ερμηνείες και προεκτάσεις.

Κάθε σπουδαίο καλλιτεχνικό έργο είναι ένα σύμπαν. Για να έχουμε την εμπειρία να ζήσουμε μέσα σε αυτό και να το καταλάβουμε θα πρέπει να το πάρουμε στα σοβαρά. Γενικότερα, άλλωστε, είναι καλό να παίρνουμε στα σοβαρά τον βίο μας, τον μοναδικό που έχουμε, ανεξάρτητα από το αν αυτό ταιριάζει με το ήθος και το έθος μιας δημόσιας ζωής που τείνει να εξισώνει, λόγω ταχύτητας και επιφανειακότητας, παρά τη φρικτή ανισομέρεια των πραγματικών συνεπειών, την πιο ασήμαντη ανάρτηση στα social media με βομβαρδισμούς αμάχων και παραληρήματα βρικολακιασμένων ηγετών.         

Προτιμώ να παίρνω σαν πρότυπο τον παιδικό μου εαυτό που επέστρεφε στη Διχόνοια του Αστερίξ και κάθε φορά έπιανε διαφορετική στρώση του χιούμορ. Τη σχέση της μιας μας κόρης με την Ιλιάδα— πάντα διάβαζε μια ραψωδία πριν από εξετάσεις και αγώνες μπάσκετ.

Φέτος, μετά την επανάγνωση του Κάφκα για την οποία σας είχα γράψει, έχω αποδυθεί σε αντίστοιχες περιπέτειες με τον Κούντερα (πόσα λίγα θυμόμουν και πόσα έχει να μου πει με κάθε του πρόταση!) και τον Σταντάλ (πιο αταξινόμητος και απρόβλεπτος από τον πιο σύγχρονο συγγραφέα!). Απόλυτη ευτυχία δεν υπάρχει, αλλά όταν τους ξαναδιαβάζω μπορώ να τη φανταστώ.

Ελεύθερα, 11.4.2026

Exit mobile version