Ο πόλεμος έφτασε στο σπίτι μας. Όχι από την εξώπορτα χτυπώντας μας το κουδούνι, αλλά από την πλαϊνή πόρτα, εκείνη που ξεχάσαμε τόσα χρόνια κλειδωμένη, αφού έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε ποτέ εμείς το κλειδί της.
Οι Βρετανικές Βάσεις από μια γεωγραφική τρύπα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μετατράπηκαν σε αυτό που πάντα ήταν: ένας ενεργός στρατιωτικός κόμβος ξένων συμφερόντων κι ένα κέντρο στρατιωτικών επιχειρήσεων μιας ξένης χώρας μες το σπίτι μας.
Με περίσσιο αποικιοκρατικό θράσος, η βρετανική κυβέρνηση πήρε την απόφαση να συμμετέχει στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, μέσω των βάσεων, χωρίς να προηγηθεί καμία ενημέρωση, πόσο μάλλον διαβούλευση, με την Κυπριακή Δημοκρατία.
Έτσι μία απόφαση που έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τους πολίτες της Κύπρου, ελήφθη χωρίς κανένα αίσθημα ευθύνης απέναντι στο κράτος που φιλοξενεί –από μια συνταγματική ανωμαλία– αυτές τις εγκαταστάσεις.
Η επόμενη λογική επιλογή, είναι να τεθεί επίσημα πλέον αίτημα αποχώρησης των βρετανικών βάσεων από την Κύπρο. Το φοβικό σύνδρομο ότι αν το θέσουμε θα χάσουμε την υποστήριξη της Βρετανίας στο Κυπριακό, είναι άλλη μια πονεμένη ιστορία.
Πονεμένη, ως προς το τι θεωρούμε «υποστήριξη» από τους Βρετανούς στο διπλωματικό τραπέζι. Αν το πάμε ιστορικά, η Βρετανία αφού ενεργοποίησε και έθρεψε την εσωτερική σύγκρουση του κυπριακού λαού, έδωσε στην Τουρκία τον ρόλο της εγγυήτριας δύναμης, προκειμένου να υλοποιήσει ανεμπόδιστα τους στόχους της με την εισβολή του 1974.
Έκτοτε, η Βρετανία εξακολουθεί με εκβιασμούς, τεχνητά αδιέξοδα και πολιτικές διαστρέβλωσης, να εξυπηρετήσει τους στόχους της στην Κύπρο, οι οποίοι ευθυγραμμίζονται με αυτούς της Τουρκίας.
Σε κάθε κρίσιμη φάση των διαπραγματεύσεων, οι βρετανικές «ιδέες» κινούνται προς την κατεύθυνση μιας χαλαρής ομοσπονδίας ή ακόμη πιο αποκεντρωμένων μοντέλων διακυβέρνησης, προσεγγίσεις που συμπίπτουν με τις τουρκικές επιδιώξεις για αποσταθεροποίηση.
Ας μην ξεχνάμε ότι η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία είναι ένα τουρκο-βρετανικό επινόημα παγκόσμιας πρωτοτυπίας.
Η Βρετανία δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερος μεσολαβητής. Στην πραγματικότητα υπήρξε αρχιτέκτονας των πιο κρίσιμων πτυχών του προβλήματος. Και σήμερα αποδεικνύεται ένας επιπλέον παράγοντας κινδύνου για την ασφάλεια.
Θα πρέπει πλέον να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί μια νέα στρατηγική, η οποία θα απελευθερώσει την Κύπρο από το σύστημα των εγγυήσεων, θα την απαλλάξει από τις στρατιωτικές βάσεις και τον ρόλο της Βρετανίας στο Κυπριακό ο οποίος αποδεδειγμένα αντιστρατεύεται τα συμφέροντα του λαού της.
Ειδικά σήμερα, όπου βλέπουμε μια επικίνδυνη μετατόπιση από το διεθνές δίκαιο, την υπονόμευση των οργανισμών και των συμφωνιών που αποτελούσαν το οικοδόμημα σταθερότητας –ή τουλάχιστον έδιναν ένα πλαίσιο- μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αστάθειας και αβεβαιότητας γίνεται ξεκάθαρο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με τις δομές και τα αντανακλαστικά άλλων εποχών, ούτε ακολουθώντας τα εσωτερικά μικροπολιτικά συμπλέγματα.
Απαιτείται επανεξέταση στρατηγικής, με διαφύλαξη της κυριαρχίας, αξιόπιστη πολιτική άμυνας που να ενισχύει πραγματικά την αποτρεπτική ικανότητα του κράτους και απεγκλωβισμό από στόχους που θα μας εγκλωβίσουν σε νέες επικίνδυνες «φόρμουλες» τουρκο-βρετανικής επινόησης.
Ελεύθερα, 08.03.2026










